Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πεδιάσιος

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: πεδῐάσιος Medium diacritics: πεδιάσιος Low diacritics: πεδιάσιος Capitals: ΠΕΔΙΑΣΙΟΣ
Transliteration A: pediásios Transliteration B: pediasios Transliteration C: pediasios Beta Code: pedia/sios

English (LSJ)

ον,

   A of the plain, σμύρνα Dsc.1.64 (v.l. -άσιμος) ; οἱ π. dwellers in the plain, Str.15.1.58 ; = πεδιεῖς, Phot., Suid. s.v. πάραλοι.

German (Pape)

[Seite 541] = πεδιαῖος, w. m. s.

Greek (Liddell-Scott)

πεδιάσιος: -ον, ὁ ἀνήκων εἰς τὴν πεδιάδα, ὁ τῆς πεδιάδος, πεδινός, Στράβ. 712· πρβλ. πεδιακός· - ὡσαύτως, πεδιάσιμος, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ ὀρεινός, Βασίλ. τ.2, σ. 40. κλ.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
de plaine.
Étymologie: πεδίον.

Greek Monolingual

-ον, Α
1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην πεδιάδα, ο πεδινός
2. (το αρσ. πληθ. ως ουσ.) οἱ πεδιάσιοι
οι κάτοικοι τών πεδινών περιοχών.
[ΕΤΥΜΟΛ. < πεδίον πιθ. κατά τα τοπωνύμια σε -άσιος (πρβλ. Φλειάσιος).

Greek Monotonic

πεδιάσιος: -ον (πεδίον), αυτός που ανήκει στην πεδιάδα, σε Στράβ.

Middle Liddell

πεδιάσιος, ον, πεδίον
of the plain, Strab.