Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πηλαμύς

Οὐδ' ἄμμε διακρινέει φιλότητος ἄλλο, πάρος θάνατόν γε μεμορμένον ἀμφικαλύψαι → Nor will anything else divide us from our love before the fate of death enshrouds us
Apollonius of Rhodes, Argonautica 3.1129f.
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: πηλᾰμύς Medium diacritics: πηλαμύς Low diacritics: πηλαμύς Capitals: ΠΗΛΑΜΥΣ
Transliteration A: pēlamýs Transliteration B: pēlamys Transliteration C: pilamys Beta Code: phlamu/s

English (LSJ)

ύδος, ἡ, young tunny (of the first year, acc. to Arist.HA 571a11), S.Fr.503, Phryn.Com.35, Hices. ap. Ath.3.116e, Sostrat. ap. eund.7.303b, Opp.H.1.113, 4.504; vas pelamydum, Juv.7.120.

German (Pape)

[Seite 610] ύδος, ἡ, auch πηλαμίς, eine Art Thunfisch, die auch unter den Namen κορδύλη, κύβιον u. ὄρκυνος vorkommt, in Marseille noch jetzt palamyde genannt; Soph. frg. 446; Ath. VII, 319 a u. öfter; Arist. H. A. 6, 17; Ael.

Russian (Dvoretsky)

πηλᾰμύς: ύδος ἠ пеламида (рыба, разновидность тунца) Soph., Arst.

Greek (Liddell-Scott)

πηλᾰμύς: -ύδος, ἡ, (πηλὸς) εἶδος θύννου, κοινῶς «παλαμύδα», Λατιν. pelamys (λέγεται ὅτι αὕτη εἶναι νεαρὸς θύννος, Ἀριστ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 6. 17, 11), Σοφ. Ἀποσπ. 446, Φρύν. Κωμ. ἐν «Μούσαις» 5, Ἀθήν. 116Ε, 303Β· ― ἐν Μασσαλίᾳ καλεῖται εἰσέτι palamyde· πρβλ. ὅρκυνος, κορδύλη, κύβιον. ― Ἡ ἁλιεία αὐτῆς ἐλέγετο πηλαμυδεία, ἡ, καὶ ὁ τόπος τῆς ἁλιείας πηλαμυδεῖον, τό, Στράβ. 545, 549 (οὕτως ὁ Κοραῆς ἀντὶ πηλαμυδία, -ύδιον, ἐν Ξενοκρ. σ. 65). ― Ἴδε Χ. Χαριτωνίδου Ποικίλα Φιλολ. τ. Α΄, σ. 382.

Greek Monolingual

-ύδος, ἡ, ΜΑ
η παλαμίδα.
[ΕΤΥΜΟΛ. Πρόκειται πιθ. για δάνεια λ., ή τ. του προελληνικού γλωσσικού υποστρώματος. Ωστόσο έχει διατυπωθεί και η άποψη ότι η λ. συνδέεται με τον τ. πηλός].

Frisk Etymological English

-ύδος
Grammatical information: f.
Meaning: (young) tuna (S. Fr. 503, Phryn. Com., Arist.).
Other forms: also παλαμίς (Cyran.).
Derivatives: -υδεία f. catching of tuna, -υδεῖον n. site for catching tunas (Str.).
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]
Etymology: Prob. from πηλός mud after its abode, s. Strömberg Fischnamen 79ff. (also 128ff.) with extensive argumentation; as 2. member one assumes ἀμύς = χελώνη λιμναία (s. v.). -- Otherwise (e.g. Chantraine Form. 348) usually taken as foreign word. -- The word is no doubt Pre-Greek.

Frisk Etymology German

πηλαμύς: -ύδος
{pēlamús}
Grammar: f.
Meaning: ‘(junger) Thunfisch’ (S.Fr. 503, Phryn. Kom., Arist. usw.);
Derivative: -υδεία f. Thunfang, -υδεῖον n. ‘Platz des Thun- fanges’ (Str.).
Etymology: Wohl von πηλός Schlamm nach dem Aufenthaltsort, s. Strömberg Fischnamen 79ff. (auch 128ff.) mit ausführlicher Begründung; als Hinterglied wird ἀμύς = χελώνη λιμναία (s. d.) angenommen. — Sonst (z.B. Chantraine Form. 348) gewöhnlich als Fremdwort betrachtet.
Page 2,527-528