Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πιαλέος

κόσμος σκηνή, ὁ βίος πάροδος· ἦλθες, εἶδες, ἀπῆλθες -> The world is a stage, life is a performance, you came, you saw, you departed
Democritus, fr. 115 D-K
Full diacritics: πῑᾰλέος Medium diacritics: πιαλέος Low diacritics: πιαλέος Capitals: ΠΙΑΛΕΟΣ
Transliteration A: pialéos Transliteration B: pialeos Transliteration C: pialeos Beta Code: piale/os

English (LSJ)

α, ον, Ion., poet., and late Prose for πίων, Hp.Mul.1.17, AP6.190 (Gaet.), 299 (Phan.), Artem.1.46, Opp.C.1.86, etc.;

   A rich, πόσις Nic.Al360, cf. Nonn.D.3.146, al.

German (Pape)

[Seite 612] poet. = πίων, πόσις, Nic. Al. 360; Heliod. bei Stob. Fl. 100, 6; χίμαρος, Gaetul. 3 (VI, 190); φθοΐς, Phani. 5 (VI, 299).

Greek (Liddell-Scott)

πῑᾰλέος: -α, -ον, ποιητ. ἀντὶ πίων, Ἱππ. 598. 27, Ἀνθ. Π. 6. 190, 299, Ἀρτεμίδ. 1. 46, κτλ.· παρ’ Ἱππ. 649. 42 ὡσαύτως πίᾰλος, ον· ἀλλ’ ὁ Ἡσύχ. μνημονεύει τὸν τύπον τοῦτον ἐπὶ τῆς σημασ. τοῦ παράλευκος.

Greek Monolingual

-α, -ον, Α
(ιων. ποιητ., μτγν. τ.)
1. παχύς, ευτραφής, σωματώδης («εἰ δ' ἐλάσσεις καὶ πενίην, δώσω πταλέον χίμαρον [=τράγο]»
Ανθ. Παλ.)
2. πλούσιος, εύποροςπιαλέος πόσις», Νίκανδρ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < πῖ-αρ «πάχος, λίπος» + επίθημα -αλέος (πρβλ. γηρ-αλέος, λυσσ-αλέος), βλ. και λ. πίαρ].

Greek Monotonic

πῑᾰλέος: -α, -ον, ποιητ. αντί πίων, σε Ανθ.

Russian (Dvoretsky)

πῑᾰλέος: жирный, тучный (χίμαρος Anth.).

Middle Liddell

πῑᾰλέος, η, ον, [poetic for πίων, Anth.]