Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

εὔπορος

Ὄττω τις ἔραται → Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: εὔπορος Medium diacritics: εὔπορος Low diacritics: εύπορος Capitals: ΕΥΠΟΡΟΣ
Transliteration A: eúporos Transliteration B: euporos Transliteration C: eyporos Beta Code: eu)/poros

English (LSJ)

ον, A easy to pass or travel through, ἄτης… πέλαγος οὐ μάλ' εὔ. A.Supp.470; ὁδός Pl.R.328e; τὰ εὔ. open ground, X.Eq.Mag.4.4; εὔπορον ἦν διιέναι Th.4.78, cf. X.An.3.5.17; εὔ. ποιεῖν τὰ ὦτα to open one's ears, Luc.Lex.1; μήτρα lax, Sor.1.34. 2 easily got, easily done, easy, τὰ μέγιστα… σφι εὔπορά ἐστι Hdt.4.59; πολλά τοι θεὸς κἀκ τῶν ἀέλπτων εὔπορ' ἀνθρώποις τελεῖ E.Fr.100; παρ' ἐμοῦ δ' ἔστιν ταῦτα εὔ. Ar.Pl.532, cf. Pl. R.404c; φιλία… εὔ. εἴη Ar.Lys.1266; τὴν κατὰ θάλασσαν ἔφοδον -ωτέραν Th.1.93; πλεῖστον… μέλι καὶ -ώτατον Pl.R.564e; τὸ εὔ., = εὐπορία, εὑρίσκειν τὸ εὔ. Hp.Art.78; διὰ τὸ εὔ. τῆς ἐλπίδος Th.8.48; εὔπορόν ἐστι it is easy, c. inf., X.An.3.5.17, D.3.18, etc.; ἐν εὐπόρῳ κεῖται c. inf., Str.10.3.8: Comp. -ώτερον Pl.R.404c. II ready, glib, γλῶττα Ar.Eq.637. 2 of persons, full of resources or devices, ingenious, inventive, opp. ἄπορος, E.Fr.430 (Sup.); εἰ οὖν τις… -ώτερος ἐμοῦ Pl.Phd.86d; εὔ. ἐν τοῖς ἀπόροις Alex.234.5; -ώτεροι πρὸς ἅπαν ἔργον Pl.Prt.348d: c. inf., χρήματα πορίζειν -ώτατον γυνή Ar.Ec.236; ἐς τὴν δίαιταν -ώτατοι Id.V.1112. III well-provided with, rich in, πόλιν τοῖς πᾶσιν -ωτάτην Th.2.64; τὰ περὶ τὸν βίον -ώτεροι Isoc.8.19; τίς -ώτερος χρημάτων; D.Chr.3.132: abs., fertile, γῆ Poll.1.186; well-furnished, πράγματ' -ώτερα D.19.89; well off, wealthy, οἱ εὔ. Id.1.28, etc.; opp. οἱ ἄποροι, Arist.Pol.1279b8, etc.; persons of substance, capable of bearing taxation, SIG344.115 (Sup., Teos, iv B.C.); εὔ. καὶ ἐπιτήδειος POxy.1187.11 (iii A.D.), etc. IV Adv. -ρως easily, X.Cyr.1.6.9, etc.: Comp. -ώτερον Pl.Smp.204e. 2 in abundance, εὐ. ἔχειν πάντα Th.8.36; οὐκ εὐ. ἔχω I don't feel well, Luc.Lex.2 codd. (εὐφ- Cobet). 3 resourcefully, Hp.Off.7.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 1090] 1) gut, bequem zu gehen, gangbar, ἡ ῥᾳδία καὶ εὔπ. ὁδός Plat. Rep. I, 328 e; Xen. An. 2, 5, 9 u. öfter; εὔπορόν ἐστι, es ist guter Weg, 3, 5, 17; übertr., ἄτης ἄβυσσον πέλαγος οὐ μάλ' εὔπορον Aesch. Suppl. 465. – Uebh. leicht zu erlangen, zu verschaffen, παρ' ἐμοῦ δ' ἔστιν ταῦτ' εὔπ ορα, bereit, Ar. plut. 532; πλεῖστον μέλι καὶ εὐπορώτατον Plat. Rep. VIII, 564 e; so bes. im neutr., Θεσσαλίαν εὔπορον ἦν διιέναι Thuc. 4, 78; Dem. 3, 18; παρασκευάζεσθαι εὐπορώτερον ἦν Xen. Hell. 6, 3, 10. – 2) leicht, gut gehend, γλῶττα, geläufige Zunge, Ar. Equ. 637; εὔ. π οροι πλάται Eur. I. A. 765. Daher = Einer, dem es nicht an Mitteln u. Wegen wozu fehlt, Ggstz ἄπορος, auch = sich leicht aus Verlegenheit helfend, gewandt, οἱ πονηροὶ συζυγέντες εὐπορώτεροι πρὸς τὸ κακουργεῖν γίγνονται Xen. Oec. 9, 5, sie können leichter Schlechtes thun; ἐς τὴν ἄλλην δίαιτάν ἐσμεν εὐπορώτατοι Ar. Vesp. 1112; διδάσκαλος ἐν τοῖς ἀμηχάνοις εὐπορώτατος Eur. trg.; συμφέρον καὶ εὔπορον Plat. Crat. 419 a; εἰ οὖν τις ἐμοῦ εὐπορώτερος, τί οὐκ ἀπεκρίνατο; wenn Einer gewandter ist, es besser weiß, Phaed. 86 d; πρὸς ἔργον Prot. 348 d; δοκοῦσιν εὐπ ορώτεροι ἐνίοτε γίγνεσθαι ἄνθρωποι ἁμαρτάνοντες, gewandter, klüger, Xen. Hell. 6, 3, 10. – Von äußern Mitteln, reich, wohlhabend, Dem. Lpt. 25; Isocr. Panath. 109; πόλιν τοῖς πᾶσιν εὐπορωτάτην, die an Allem Überfluß hat, Thuc. 2, 64; Folgde. – Adv. εὐπόρως, leicht, Xen. Hell. 5, 4, 57 u. öfter, u. A.; τοῦτ' εὐπορώτερον ἔχω ἀποκρίνασθαι Plat. Conv. 204 e; εὐπόρως διέκειτο Dem. 33, 25; ἔχειν πάντα, Alles im Überfluß haben, Thuc. 8, 36; εὐπ. ἔχειν, sich wohl befinden, Luc. Lexiph. 2.

Greek (Liddell-Scott)

εὔπορος: -ον, ὃν εὐκόλως διέρχεταί τις, «εὐκολοπέραστος», ἄτης... πέλαγος οὐ μάλ’ εὔπορον Αἰσχύλ. Ἱκ. 470· ὁδὸς Πλάτ. Πολ. 321Ε· παριόντες ἐπὶ τὰ εὔπορα, δηλ. μέρη, Ξεν. Ἱππαρχ. 4. 4· εὔπορόν ἐστι διϊέναι Θουκ. 4. 78, πρβλ. Ξεν. Ἀν. 3. 5, 17· εὔπ. ποιεῖν τὰ ὦτα Λουκ. Λεξιφ. 1. 2) εὐκόλως ποριζόμενος, εὐκόλως ποιούμενος, εὔκολος, τὰ μέγιστα… σφι εὔπορά ἐστι Ἡρόδ. 4. 59· πολλά τοι Θεός... εὔπορ’ ἀνθρώποις τελεῖ Εὐρ. Ἀποσπ. 101· παρ’ ἐμοῦ δ’ ἐστί ταῦτα εὔπορα Ἀριστοφ. Πλ. 533. πρβλ. Πλάτ. Πολ. 404C· φιλία. εὔπ. εἴη Ἀριστοφ. Λυσ. 1267· τὴν κατὰ θάλασσαν ἔφοδον εὐπορωτέραν Θουκ. 1. 93· πλεῖστον... μέλι καὶ εὐπορώτατον Πλάτ. Πολ. 564Ε: - τὸ εὔπορον = εὐπορία, εὑρίσκειν τὸ εὔπ. Ἱππ. π. Ἄρθρ. 837· διὰ τὸ εὔπ. τῆς ἐλπίδος Θουκ. 8. 48· εὔπορόν ἐστι, εἶναι εὔκολον, μετ’ ἀπαρ., ὁ αὐτ. 4. 10, κτλ. II. εὐκόλως προχωρῶν, ἕτοιμος, γοργὸς, γλῶττα Ἀριστοφ. Ἱππ. 637. 2) ἐπὶ προσώπων, πλήρης ἐπινοιῶν ἢ μηχανημάτων, εὐφυής, ἐφευρετικός, ἕτοιμος, ἔξυπνος, ἀντίθετον τῷ ἄπορος, Εὐριπ. Ἀποσπ. 433· εἰ οὖν τις… εὐπορώτερος ἐμοῦ Πλάτ. Φαίδων 86D· εὔπορος ἐν τοῖς ἀπόροις Ἄλεξις ἐν «Τραυματίᾳ» 2· εὐπορώτερος πρὸς ἅπα ἔργον Πλάτ. Πρωτ. 348D· μετ’ ἀπαρ., εὐπορώτατος πορίζειν χρήματα Ἀριστοφ. Ἐκκλ. 236· ἐς τήν... δίαιταν... εὐπορώτατοι ὁ αὐτ. ἐν Σφ. 1112. III. καλῶς ἐφωδιασμένος μέ τι, πλούσιος εἴς τι, πόλιν τοῖς πᾶσιν εὐπορωτάτην Θουκ. 2. 64, πρβλ. Δημ. 369· τὰ περὶ τὸν βίον Ἰσοκρ. 162Ε· καρπῶν Ἀριστ. Οἰκ. 2. 24, 4· - ἀπολ., ἐν καλῇ καταστάσει εὑρισκόμενος, πλούσιος, Δημ. 17. 9., 1045. 23· οἱ εὔπ., ἀντίθετον τῷ οἱ ἄποροι, Ἀριστ. Πολιτικ. 3. 7. 5, κτλ. IV. Ἐπίρρ. -ρως, εὐκόλως, Ξεν. Κύρ. 1. 6, 9, κτλ. - Συγκρ. -ώτερον Πλάτ. Συμπ. 204Ε. 2) ἐν ἀφθονίᾳ, ἀφθόνως, εὐπ. ἔχειν, εὐημερεῖν, Λουκ. Λεξιφ. 2.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
I. 1 d’un passage facile, facile à passer;
2 fig. facile à aborder, à obtenir : εὔπορόν ἐστιν avec l’inf., il est facile de;
II. intr. 1 qui passe facilement en parl. de navires;
2 fig. qui dispose de ressources faciles ou abondantes ; abs. qui a des ressources, riche;
3 en parl. de l’intelligence plein de ressources, ingénieux, inventif;
Cp. εὐπορώτερος, Sp. εὐπορώτατος.
Étymologie: εὖ, πόρος.

Greek Monolingual

-η, -ο (ΑΜ εὔπορος, -ον)
αυτός που έχει αρκετούς ή άφθονους πόρους, ο ευκατάστατος, ο πλούσιος
νεοελλ.
το αρσ. ως ουσ. ο εύπορος
κολεόπτερο έντομο της οικογένειας τών κεραμβυκιδών
μσν.-αρχ.
1. καλά εφοδιασμένος με κάτι (α. «τὴν πόλιν τοῖς πᾱσιν εὐπορωτάτην ἐποίησεν», Θουκ.
β. «εὔπορος τὰ περὶ τὸν βίον, Ισοκρ.)
2. αυτός που περνιέται εύκολα, που το πέρασμά του είναι εύκολο (α. «εὔπορος ὁδός» β. «παριόντες ἐπὶ τὰ εὔπορα»)
αρχ.
1. εκείνος τον οποίο εύκολα πορίζεται, που εύκολα αποκτά κάποιοςπολλά τοι θεὸς εὔπορ' ἀνθρώποις τελεῑ», Ευρ.)
2. αυτός που βρίσκει πόρο ή διέξοδο, ο εφευρετικός, ο ικανός να επινοεί (α. «εὔπορος ἐν τοῖς ἀπόροις» β. «εὔπορος πρὸς ἅπαν ἔργον»)
3. φρ. «εὔπορος γλῶσσα» — γλώσσα που βρίσκει εύκολα τον δρόμο της, που δίνει γρήγορες και πληρωμένες απαντήσεις
4. φρ. «εὔπορόν ἐστι» — είναι εύκολο να...
5. το ουδ. ως ουσ. τὸ εὔπορον
η ευπορία.
επίρρ...
εὐπόρως (ΑΜ)
με ευπορία, με οικονομική άνεση (α. «ευπόρως διάγω» β. «ευπόρως έχω»)
αρχ.
εύκολα, χωρίς εμπόδια.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + πόρος. Η λ. πόρος είχε αρχικά τη σημασία «πέρασμα», αργότερα σήμαινε και το «μέσον, την πηγή» και, κατ' επέκταση, τις «οικονομικές πηγές». Με αυτή τη σημασία η λ. πόρος απαντά ως β' συνθετικό στη λ. εύπορος, που σημαίνει «πλούσιος, ευκατάστατος» (πρβλ. και ά-πορος)].

Greek Monotonic

εὔπορος: -ον,
I. 1. διαβατός ή προσπελάσιμος, σε Αισχύλ.· τὰ εὔπορα, ελεύθερο πεδίο, σε Ξεν.· εὔπορόν ἐστι διιέναι, σε Θουκ.
2. αυτός που έχει αποκτηθεί εύκολα, αυτός που γίνεται εύκολα, εύκολος, σε Ηρόδ., Θουκ. κ.λπ.· τὸ εὔπορον = εὐπορία, στον ίδ.· εὔπορόν ἐστι, είναι εύκολο να..., με απαρ., στον ίδ.
II. 1. αυτός που προχωράει εύκολα, έτοιμος, γοργός, εύστροφος, έξυπνος, ευέλικτος, ετοιμόλογος, γλῶττα, σε Αριστοφ.
2. λέγεται για πρόσωπα, γεμάτος από επινοήσεις ή εφευρήματα, τεχνάσματα, κόλπα, στρατηγήματα, ευφυής, εφευρετικός, επινοητικός, έτοιμος, αντίθ. προς το ἄπορος, σε Αριστοφ., σε Πλάτ.
III. εὔπ. τινι, καλά εφοδιασμένος με, πλούσιος σε κάτι, σε Θουκ.· απόλ., αυτός που ευημερεί, πλούσιος, σε Δημ.
IV. 1. επίρρ. -ρως, εύκολα, σε Ξεν.· συγκρ. -ώτερον, σε Πλάτ.
2. σε αφθονία, εὐπ. ἔχειν πάντα, σε Θουκ.

Russian (Dvoretsky)

εὔπορος:
1) удобопроходимый, легкий для перехода или переезда (πέλαγος Aesch.; ὁδός Plat., Xen., Plut.): ἐντεῦθεν εὔπορόν ἐστι ὅποι τις ἐθέλοι Xen. оттуда легко пройти куда угодно;
2) легко добываемый, доступный, имеющийся под рукой или наготове (παρ᾽ ἐμοῦ δ᾽ ἔστιν ταῦτ᾽ εὔπορα πάντα Arph.; ἃ μάλιστα ἂν εἴη στρατιώταις εὔπορα Plat.);
3) проворный, бойкий (γλῶττα Arph.);
4) быстроходный, легкий (πλάται Eur.);
5) изобретательный, находчивый, способный (πρὸς ἅπαν ἔργον Plat.; χρήματα πορίζειν εὐπορώτατον γυνή Arph.);
6) богатый, обильный (τῶν χρημάτων Arst.; πόλις τοῖς πᾶσιν εὐπορωτάτη Thuc.). - см. тж. εὔπορα, εὔπορον и εὔποροι.

Middle Liddell

εὔ-πορος, ον
I. easy to pass or travel through, Aesch.; τὰ εὔπορα open ground, Xen.; εὔπορόν ἐστι διϊέναι Thuc.
2. easily gotten, easily done, easy, Hdt., Thuc., etc.:— τὸ εὔπορον = εὐπορία, Thuc.; εὔπορόν ἐστι it is easy, c. inf., Thuc.
II. going easily, ready, glib, γλῶττα Ar.
2. of persons, full of resources or devices, ingenious, inventive, ready, opp. to ἄπορος, Ar., Plat.
III. εὔπ. τινι well-provided with, rich in a thing, Thuc.:—absol. well off, wealthy, Dem.
IV. adv. -ρως, easily, Xen.; comp. -ώτερον, Plat.
2. in abundance, εὐπ. ἔχειν πάντα Thuc.

English (Woodhouse)

εὔπορος = easy, glib, inventive, rich, easy to cross, easy to obtain, easy to procure, in easy circumstances, overflowing with, rich in, well-provisioned with

⇢ Look up "εὔπορος" on Google | Wiktionary | LSJ full text search (Translation based on the reversal of Woodhouse's English to Ancient Greek dictionary)