Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

χίμαρος

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Full diacritics: χίμᾰρος Medium diacritics: χίμαρος Low diacritics: χίμαρος Capitals: ΧΙΜΑΡΟΣ
Transliteration A: chímaros Transliteration B: chimaros Transliteration C: chimaros Beta Code: xi/maros

English (LSJ)

[ῐ], ὁ,

   A he-goat, Ar.Eq.661, Schwyzer784a1 (Tenos, iv B. C.), Theoc.Ep.4.15, AP6.190.10 (Gaet.): a young he-goat, older than ἔριφος, Ar.Byz. ap. Eust.1625.33; χ. ἐξ αἰγῶν kid, LXX Le.4.23; χ. ἐρυθρός Berl.Sitzb.1927.156 (Cyrene).    II fem. = χίμαιρα, Theoc.1.6, Epigr.6.3, AP6.157 (Theodorid.), 9.403 (Maec.). (Cogn. with χεῖμα, χειμών, lit. 'one winter old', cf. Lat. bīmus (fr. *bǐ-hǐmus, cf. Skt. himás 'winter').)

German (Pape)

[Seite 1356] ὁ, = χείμαρος, χείμαῤῥος, 1) Waldstrom, Gießbach. – 2) die weibliche Schaam. – Auch = χείμαρος, εὐδιαῖος, VLL.

Greek (Liddell-Scott)

χίμᾰρος: [ῐ], ὁ, Λατ. caper, ἄλλως τράγος, Ἀριστοφ. Ἱππ. 661, Θεοκρ. Ἐπιγράμμ. 4. 15, Ἀνθ. Παλατ. 6. 190, 10, Ἑβδ. ΙΙ. ὡσαύτως θηλ. = χίμαιρα, Θεόκρ. 1. 6, Ἐπιγράμμ. 6, Ἀνθ. Π. 6. 157., 9. 403· 432. - ὡς φαίνεται χίμαρος εἶναι ἐρίφιον εἴτε ἄρρεν εἴτε θῆλυ, ἴδε Θεόκρ. ἔνθ’ ἀνωτ., καὶ Σχολ. ἐν τόπῳ, Nauck εἰς Ἀριστοφ. Βυζ. σ. 104. [Ἡ παραλήγουσα μακρὰ μόνον ἐν Χρησμ. Σιβ. 3. 747.]

French (Bailly abrégé)

ου;
1χίμαρος, jeune chevreau, plus vieux que ἔριφος;
2χίμαρος, jeune chèvre ; p. ext. chèvre.
Étymologie: χίμαιρα.

Greek Monolingual

ο, ΝΜΑ
τράγος.
[ΕΤΥΜΟΛ. Το αρσ. χίμαρος συνδέεται με τη λ. χίμαιρα, δεν είναι, όμως, εύκολο να καθοριστεί με ακρίβεια η μεταξύ τους σχέση, αφού παραμένει ανεξακρίβωτη η αρχαιότητα του τ. χίμαρος. Σύμφωνα με αυτά, ο τ. θα μπορούσε να ερμηνευθεί είτε ως υστερογενής σχηματισμός από το θηλ. χίμαιρα (< χιμαρ-), πρβλ. πιερός: πίειρα, είτε ως αρχικός τ. σχηματισμένος από τη μηδενισμένη βαθμίδα χιμ- της ρίζας τών χεῖμα, χειμών (βλ. λ. χειμώνας) με επίθημα -αρος (πρβλ. ἕτ-αρος), βλ. και λ. χίμαιρα.

Greek Monotonic

χίμᾰρος: [ῐ], ὁ,
I. αρσενικός τράγος, Λατ. caper = τράγος, σε Αριστοφ., Θεόκρ.
II. επίσης θηλ. χίμαιρα, σε Θεόκρ., Ανθ.

Russian (Dvoretsky)

χίμαρος: (χῐ) ὁ и ἡ козел Arph., Theocr., Anth.; коза Theocr., Anth.; козленок Theocr.

Middle Liddell

χί˘μᾰρος, ὁ,
I. a he-goat, Lat. caper, = τράγος, Ar., Theocr.
II. also fem. = χίμαιρα, Theocr., Anth.