Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

στράτευση

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

η / στράτευσις, -εύσεως, ΝΑ στρατεύω (Ι)]
νεοελλ.
1. υποχρέωση για υπηρεσία στον στρατό
2. κατάταξη του στρατευσίμου στον στρατό
3. στρατιωτική υπηρεσία
4. μτφ. α) εθελοντική ή αναγκαστική ανάληψη αγώνα για την υπεράσπιση ή και την καταπολέμηση μιας ιδεολογίας
β) φανατική προσήλωση σε πολιτική ή άλλη ιδεολογία
5. (νομ.) αναγκαστική ή εθελούσια υπαγωγή στις τάξεις τών ενόπλων δυνάμεων βάσει του περί στρατολογίας νόμου
αρχ.
εκστρατεία.