Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

συμμορφώνω

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

Greek Monolingual

συμμορφῶ, -όω, ΝΑ σύμμορφος
νεοελλ.
1. καθιστώ κάτι σύμφωνο ή ταιριαστό με κάτι άλλοπρέπει να συμμορφώσεις τις ενεργειές σου με τις ιδέες σου»)
2. μτφ. κάνω κάποιον υπάκουο, φρόνιμο, πειθαρχικό («μόνο με το ξύλο δεν πρόκειται να συμμορφώσεις το παιδί σου»)
3. μέσ. συμμορφώνομαι
α) ρυθμίζω τη διαγωγή ή τη συμπεριφορά μου σύμφωνα με κάτι, προσαρμόζομαι («ξέρει να συμμορφώνεται στις διαταγές που κάθε φορά του δίνονται»)
β) τακτοποιούμαι, συγυρίζομαι («μετά το βάψιμο συμμορφώθηκε κάπως το σπίτι»)
γ) γίνομαι πιο ωραίος, πιο κομψός («αδυνάτισε και συμμορφώθηκε»)
δ) γίνομαι φρόνιμος, υπάκουος, συνετίζομαι («ὅ, τι και να του πω, δεν συμμορφώνεται»)
αρχ.
1. καθιστώ κάτι όμοιο ως προς τη μορφή με κάτι άλλο
2. (κυρίως το μέσ.) συμμορφοῡμαι, -όομαι
παίρνω την ίδια με άλλον μορφή, γίνομαι σύμμορφος.