Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

διαγωγή

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander
Full diacritics: διᾰγωγή Medium diacritics: διαγωγή Low diacritics: διαγωγή Capitals: ΔΙΑΓΩΓΗ
Transliteration A: diagōgḗ Transliteration B: diagōgē Transliteration C: diagogi Beta Code: diagwgh/

English (LSJ)

ἡ,

   A carrying across, τριήρων Polyaen.5.2.6.    2 lit. carrying through: hence metaph., ἡ διὰ πάντων αὐτῶν δ. taking a person through a subject by instruction, Pl.Ep.343e; so, course of instruction, lectures, ἐν τῇ ἐνεστώσῃ δ. prob. in Phld.Piet.25.    II passing of life, way or course of life, δ. βίου Pl.R.344e: abs., Id.Tht.177a, etc.    2 way of passing time, amusement, δ. μετὰ παιδιᾶς Arist.EN1127b34, cf. 1177a27; δ. ἐλευθέριος Id.Pol.1339b5; διαγωγαὶ τοῦ συζῆν public pastimes, ib.1280b37, cf. Plu.126b (pl.).    3 delay, D.C. 57.3.    III management, τῶν πραγμάτων δ. dispatch of business, Id.48.5.    IV station for ships, f. l. in Hdn.4.2.8.    V διαγωγάν· διαίρεσιν, διανομήν, διέλευσιν, Hsch.

German (Pape)

[Seite 575] ἡ, 1) das Durchführen, βίου, Lebensweise, Plat. Rep. I, 344 c; Pol. 12, 3, 8; u. oft ohne βίου, Plat. Theaet. 177 a Tim. 71 d; ἡ ἐν τῇ σχολῇ Arist. Polit. 8, 15; τοῦ συζῆν, die Art des Zusammenlebens, 3, 5, 14; Sp.; διαγωγὴν ποιεῖσθαι, leben, z. B. ἀπό τινος, Pol. 5, 2, 10; μετά τινος, 5, 27, 3; bes. auch Zeitvertreib, Unterhaltung, Arist. Eth. 4, 8; Pol. 5, 75, 6 u. Sp. – 2) Leitung, Verwaltung, πραγμάτων, Dio Cass. 48, 5. – 3) Zögerung, D. C. 57, 3. – 4) der Aufenthaltsort, bes. Standort der Schiffe, Hdn. 4, 2; Polyaen. 5, 2, 6.

Greek (Liddell-Scott)

διᾰγωγή: ἡ, ἡ εἰς τὸ ἀπέναντι μέρος μεταβίβασις (;) ΙΙ. τὸ διέρχεσθαι τὸν βίον, τρόποςπορεία τοῦ βίου, Λατ. ratio vitae, δ. βίου Πλάτ. Πολιτ. 344Ε· ἀπολ., ὁ αὐτ. Θεαιτ. 177Α, κτλ. 2) τρόπος τοῦ διέρχεσθαι τὸν χρόνον, διασκέδασις, Ἀριστ. Ἠθ. Ν. 4. 8, 1., 10. 6, 3· δ. ἐλευθέριος ὁ αὐτ. Πολ. 8. 5, 8· διαγωγαὶ τοῦ συζῆν. κοιναὶ διασκεδάσεις, ὁ αὐτ. 3. 9, 13· πρβλ. Wytt. Πλούτ. 126Β, 158D. 3) ἀργοπορία, βραδύτης, Δίων Κ. 57. 3. ΙΙΙ. κυβέρνησις, διοίκησις, τῶν πραγμάτων δ., Δίων Κ. 48. 5· ― ὡσαύτως, ἡ διὰ τούτων δ., ἡ διδασκαλία εἰς…, Ἐπ. Πλάτ. 343Ε. IV. τόπος διαμονῆς πλοίων, λιμήν, Ἡρῳδιαν. 4. 2, Πολύαιν. 5. 2, 6.

French (Bailly abrégé)

ῆς (ἡ) :
1 action de passer son temps : διαγωγή βίου le cours de la vie ; abs. διαγωγή m. sign.
2 passe-temps, distraction, amusement.
Étymologie: διάγω.

Spanish (DGE)

-ῆς, ἡ

• Alolema(s): -ά Hsch.
A ref. a un discurrir fís. o fig.
I fís. transporte, conducción πρόσοδος ... τῶν ἐμπορίων καὶ διαγωγῶν los ingresos procedentes del comercio y del transporte Arist.Oec.1346a7, τῶν ἄλλων ἐξαγωγὴν εἶν καὶ διαγωγὴν τελέουσιν τέλεα pueden exportar y transportar otras mercancías pagando los impuestos, SIG 135.17 (Olinto IV a.C.), de agua ὀχετὸς διαγωγῆς SEG 19.181 (Acarnas IV a.C.), δ. τῶν οἴνων ref. a transporte fluvial, n. de un impuesto BGU 1410.2 (II a.C.), CPR 10.32.2, cf. 33.2 (ambos II a.C.), τῶν τριήρων Polyaen.5.2.6, cf. Hsch.
II fig. transcurso, discurso ref. a actividades mentales ἡ δὲ διὰ πάντων αὐτῶν διαγωγή el discurrir por todas estas cuestiones Pl.Ep.343e, συλλαλήσεως διαγωγὴν ἐχούσης καὶ μάλιστα τοῖς ἰδιώταις de la conversación que transcurre especialmente con los ignorantes Phld.Ir.21.24
exposición, discurso ἡ τοῦ μύθου αὐτῶν δ. Hippol.Haer.5.27.
B rel. a la vida
I cualitativo
1 forma de vida ἡ τοιαύτη δ. Pl.R.8.558a, ἡ τοῦ ἀπερίττου καὶ ἐλευθέρου βίου δ. Democr.B 5.3, κακᾶν βίων δ. E.Fr.1117, ὅλου βίου δ. Pl.R.1.344e, cf. Tht.177a, Isoc.Ep.4.2, Plu.2.158c, Chrys.Sac.6.6, c. diversas determ. ἡ καθ' ἡμέραν δ. la forma de pasar el tiempo cada día D.S.1.70, δ. ἡδεῖα καὶ ἀθόρυβος Str.10.1.11, μεταβαλὼν ... ἐπὶ τὴν συνήθη καὶ κατὰ φύσιν σοι διαγωγήν cambiando a tu forma de vida acostumbrada y natural Plu.2.121f, τῆς μετὰ θεοῦ ... διαγωγῆς ἀντιποιούμεθα nos dedicamos a la vida con Dios Iust.Phil.1Apol.8.2, c. gen. de pers. ἡ δ. ... τοῦ τυράννου D.S.15.81, ἡ τῶν πενήτων δ. D.Chr.7.81.
2 sustento, subsistencia τροφῇ καὶ τῇ διαγωγῇ mediante la comida y el sustento Thphr.Fr.171.1, ποιεῖσθαι τὴν διαγωγήν asegurar la subsistencia Plb.5.2.10, ἔχειν διαγωγὴν subsistir D.S.1.43.
3 costumbre ἀναχωρήσαντες εἰς τὰ σφέτερα νόμιμα καὶ τὰς διαγωγάς Plb.5.106.1
comportamiento δ. τῶν συσσίτων la conducta de los comensales Pl.Lg.806e, cf. D.C.57.3.5, ἐγκρατὴς τῆς περὶ τῶν αἰτιῶν διαγωγῆς Vett.Val.371.19.
4 distracción, entretenimiento οὔσης ... διαγωγῆς μετά παιδιᾶς Arist.EN 1127b34, διαγωγαὶ τοῦ συζῆν Arist.Pol.1280b38, εὐπαιδεύτους διαγωγάς recreaciones culturales D.H.Dem.42.3, καθά φησι καὶ Διογένης ..., ὃς καὶ διαγωγὴν λέγει ἀγωγήν como dice también Diógenes, que llama a la educación recreación D.L.10.138, cf. Arist.Metaph.981b18, 982b23, Pol.1339b5, Thphr.Fr.84, Plb.5.75.6, 3.57.9, Str.17.1.5, Plu.2.126b, 713d, Ath.420d, Arr.Epict.4.8.33
pasatiempo τῇ πολιτείᾳ διαγωγῇ χρώμενοι usando la política como un pasatiempo Plu.2.798c, cf. Ph.2.477, Str.1.2.2, δ. γάρ ἐστιν ... τὸ συμπόσιον Plu.2.621c, ἀλλοιοτέρας αὐτῷ διαγωγῆς χρεία πρὸς παραμυθίαν Aristid.Quint.3.2.
II temp. espacio de tiempo, tiempo de la vida, vida ἔστιν ἡμῖν σὺν ἐκείνῳ τὰ πολλὰ ... ἡ δ. pasamos con él la mayor parte del tiempo E.Ep.5.10, τὴν διαγωγὴν ... ἔχειν Pl.Plt.274d, ποιοῦνται τὰς διαγωγάς Arist.HA 534a11, 589a17, μετὰ τούτου τὴν πᾶσαν ἐποιεῖτο διαγωγήν Plb.5.27.3, οὔσης κρείττονος τῆς ἐν τῷ τεθνάναι διαγωγῆς Plu.2.115e, μελέτησόν ποτε διαγωγὴν ὡς ἄρρωστος ejercítate alguna vez en una vida de inválido Arr.Epict.3.13.21, πρέπουσαν πεποίηται τὴν διαγωγὴν τοῦ βίου ha llevado una vida adecuada, OGI 308.12 (Hierápolis II a.C.), ἔστιν ἔς τε βίου διαγωγὴν ... ἐπιτηδειότατα D.C.48.51.2, cf. Ath.204f, τῆς ἐχθεσινῆς διαγωγῆς AP 10.79 (Pall.), cf. Ath.Al.M.26.153, Thdt.Ep.Sirm.14 (p.50.9), τὸ τέλος τῆς ἐν σώματι διαγωγῆς Ath.Al.Inc.19.20, μακαρία δ. Chrys.M.59.72
vida digna πρὸς διαγωγὴν ζῆν Str.3.4.16
estado διαγωγὴν ἔχουσαν μετρίαν disfrutando de un estado de calma ref. al alma, Pl.Ti.71d, διαγωγῆς ἐλευθέρας Hld.9.2.1
ref. al universo, Arist.Metaph.1072b14.
C otros usos
I administración, dirección τῶν πραγμάτων D.C.48.5.1.
II división, distribución Hsch.

Greek Monolingual

η (AM διαγωγή) διάγω
1. ο τρόπος με τον οποίο περνά κανείς τη ζωή του
2. η συμπεριφορά, το φέρσιμο
3. φρ. α) «κακής διαγωγής άνθρωπος» — άνθρωπος χωρίς ηθικές αρχές
β) (για γυναίκα) «κακής διαγωγής» — πόρνη
μσν.- νεοελλ.
τόπος διαμονής
αρχ.
1. η μεταφορά, η μεταβίβαση στο απέναντι μέρος
2. η καθοδήγηση με τη διδασκαλία, η διαπαιδαγώγηση
3. διασκέδαση, ψυχαγωγία
4. το λιμάνι
5. επιβράδυνση, αργοπορία
6. κυβέρνηση, διοίκηση.

Greek Monotonic

διᾰγωγή: ἡ (διάγωII), τρόπος ή πορεία ζωής, Λατ. ratio vitae, σε Πλάτ. κ.λπ.· διαγωγαὶ τοῦ συζῆν, κοινές διασκεδάσεις, σε Αριστ.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

διαγωγή -ῆς, ἡ [διάγω] transport; overdr.. ἡ δὲ διὰ πάντων αὐτῶν διαγωγή de behandeling van al die factoren in alle stadia Plat. Epist. 343e. levenswijze:; βίου διαγωγή levenswijze Plat. Resp. 344e; tijdverdrijf:. διαγωγή μετὰ παιδιᾶς ontspanning met vermaak Aristot. EN 1127b34; διαγωγαὶ τοῦ συζῆν vormen van gezamenlijk tijdverdrijf Aristot. Pol. 1280b37.

Russian (Dvoretsky)

διαγωγή:
1) провоз: πρόσοδος ἀπὸ ἐμποριῶν καὶ διαγωγῶν Arst. доход от торговых и транспортных операций;
2) (тж. δ. βίου Plat., Polyb. и δ. ἐν τῷ ζῆν Arst., Plut.) условия или образ жизни: τὴν διαγωγὴν ποιεῖσθαι ἐν ὕδατι Arst. проводить жизнь в воде; διαγωγαὶ τοῦ συζῆν Arst. формы общественной жизни; διαγωγὴν ποιεῖσθαι ἀπό τινος Polyb. извлекать из чего-л. средства к жизни;
3) времяпрепровождение, развлечение, увеселение: πρὸς διαγωγήν Anth. и διαγωγῆς χάριν или ἕνεκα Plut. для забавы; διαγωγὴν ποιεῖσθαί τινα Plut. использовать кого-л. для своего развлечения.

Middle Liddell

διᾰγωγή, ἡ, διάγω II]
a passing of life, a way or course of life, Lat. ratio vitae, Plat., etc.; διαγωγαὶ τοῦ συζῆν public pastimes, Arist.