Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

τριάς

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: τρῐάς Medium diacritics: τριάς Low diacritics: τριάς Capitals: ΤΡΙΑΣ
Transliteration A: triás Transliteration B: trias Transliteration C: trias Beta Code: tria/s

English (LSJ)

άδος, ἡ, (τρεῖς)

   A the number three, triad, Ion Hist.12 note, Pl. Phd.104a, al.; on its significance in the Pythag. philosophy, v. Arist.Cael.268a13, Metaph.1081a34, b12; τρισσὴν . . ἐτέων τριάδα (sc. γεγονώς), i. e. nine years old, Syria 5.338 (Sidon); τ. ἡ ἀκατονόμαστος, of the mystical Man from heaven (θεός—ἄγγελος—ἄνθρωπος παθητός), Zos.Alch.p.230 B.    2 ἡ τ. group of three days, τελευτᾷ ἐν τῇ πρώτῃ τ. Thphr.Vent.49; the third day, Ph.1.13.    3 system of three strophes, Heph.p.61C.    4 ἡ ἁγία T. the holy Trinity, Cod. Just.1.1.5.2, etc.

Greek (Liddell-Scott)

τριάς: -άδος, ἡ, (τρεῖς) ὁ ἀριθμός τρία, τριάς, Πλάτ. Φαίδων 104Α, κ. ἄλλ.· περὶ τῆς σημασίας τοῦ ἀριθμοῦ τούτου ἐν τῇ Πυθαγορείῳ φιλοσοφίᾳ ἴδε Ἀριστ. π. Οὐρ. 1. 1. 2, πρβλ. Μετὰ τὰ Φυσ. 12. 6, 3 κἑξ., 12. 7, 7 κἑξ. 2) ἡ τριάς, ἡ τρίτη ἡμέρα, Φίλων 1. 13. ΙΙ. ἡ Ἁγία Τριάς, αἱ τρεῖς ὑποστάσεις τῆς θεότητος, θεός, λόγος, σοφία, Θεόφιλ. Ἀντιοχ. 2, 15, Κλήμ. Ἀλ. ΙΙ, 156. 764D, Ἱππόλ. 821Β, Ὠριγέν. Ι, 49C. 160. 401. 403. II. 125, 365, III, 1345, Εὐσέβ. VI, 716C, Ἀθαν. Ι, 220. 464. ΙΙ, 48C, κλπ., Γρηγ. Ναζ. Ι, 1221C, III, 413, Γρηγ. Νύσσ. ΙΙ. 20, ΙΙ, 1105D, Ἰω Χρυσ. Ι, 502D, 514. κλπ., ἴδε Suic r.

French (Bailly abrégé)

άδος (ἡ) :
le nombre trois, groupe de trois.
Étymologie: τρεῖς.

Greek Monolingual

(I)
-άδος, η, ΝΜΑ
βλ. τριάδα.
(II)
-ᾱντος, ό Α
1. σικελικό νόμισμα ίσο προς το ένα τρίτο της λίτρας, δηλ. ίσο προς τέσσερεις ουγγιές
2. (κατά τον Ησύχ.) «τριᾱντος πόρνη
λαμβάνουσα τριᾱντα, ὅ ἐστι λεπτὰ εἴκοσι (κα')».
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. αποτελεί απόδοση στην ελλ. του λατ. triens «τρίτο, τριτημόριο» (< tres)].

Greek Monotonic

τριάς: -άδος, ἡ (τρεῖς), ο αριθμός τρία, τριάδα, σε Πλάτ.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

τριάς -άδος, ἡ [τρεῖς] drietal, het getal drie.

Russian (Dvoretsky)

τριάς: άδος ἡ число три, тройка, троица Plat., Arst., Plut.

Middle Liddell

τριάς, άδος, τρεῖς
the number three, a triad, Plat.

English (Woodhouse)

τριάς = the number three

⇢ Look up "τριάς" on Google | Wiktionary | LSJ full text search (Translation based on the reversal of Woodhouse's English to Ancient Greek dictionary)