Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὑγρασία

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: ὑγρᾰσία Medium diacritics: ὑγρασία Low diacritics: υγρασία Capitals: ΥΓΡΑΣΙΑ
Transliteration A: hygrasía Transliteration B: hygrasia Transliteration C: ygrasia Beta Code: u(grasi/a

English (LSJ)

ἡ,

   A moisture, ἐν τῷ σώματι Arist.HA557a1, cf. GA727b36, al., Thphr. HP3.13.2, Epicur.Ep.2p.50U.; διεξόδους... δι' ὧν τὴν ὑ. ἐκδέξεται Alex.124.10.

German (Pape)

[Seite 1171] ἡ, Nässe, Feuchtigkeit, Galen.

Greek (Liddell-Scott)

ὑγρᾰσία: ἡ, (ὑγράζω) ὑγρότης, ὑγρὰ κατάστασις, ὑγρὰ οὐσία, ἐν τῷ σώματι Ἀριστ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 5. 31, 3, π. Ζ. Γεν. 1. 20, 1, κ. ἀλλ.· διεξόδους..., δι’ ὧν τὴν ὑγρ. ἐκδέξεται Ἄλεξις ἐν «Λέβητι» 5. 10.

Greek Monolingual

η / ὑγρασία, ΝΜΑ υγράζω
η κατάσταση του υγρού, υγρότητα
νεοελλ.
1. (μετεωρ.) η ποσότητα τών υδρατμών που περιέχονται στον ατμοσφαιρικό αέρα
2. (κλιματολ.) α) η ποσότητα τών ατμοσφαιρικών κατακρημνισμάτων
β) ο λόγος κατακρημνισμάτων-εξάτμισης
3. φυσ.-χημ. το νερό που έχει διασπαρεί σε ένα αέριο υπό μορφή υδρατμών ή μικρών σταγονιδίων ή το νερό που έχει διασπαρεί σε ένα στερεό ή έχει συμπυκνωθεί στην επιφάνεια του
3. η υγρότητα που παρατηρείται σε μια επιφάνεια ή σε έναν χώρο («το σπίτι έχει υγρασία»)
4. τα σταγονίδια νερού που σχηματίζονται στους πόρους αγγείου ή τοίχου
5. φρ. α) «απόλυτη υγρασία»
(μετεωρ.) η μάζα, εκφρασμένη σε γραμμάρια, τών υδρατμών που περιέχονται σε ένα κυβικό μέτρο αέρα
β) «ειδική υγρασία»
(μετεωρ.) η μάζα, εκφρασμένη σε γραμμάρια, τών υδρατμών που περιέχονται σε ένα χιλιόγραμμο υγρού αέρα
γ) «σχετική υγρασία»
(μετεωρ.) το πηλίκο της ποσότητας υδρατμών που περιέχεται στη μονάδα όγκου του αέρα διά της ποσότητας υδρατμών με την οποία ο ίδιος όγκος αέρα, στην ίδια θερμοκρασία, θα ήταν κορεσμένος
δ) «περιεκτικότητα υγρασίας»
(τεχνολ.-φυσ.) η ποσότητα νερού που υπάρχει σε ένα υλικό είτε με τη μορφή υγρού είτε με τη μορφή υδρατμών
μσν.-αρχ.
το νερό
αρχ.
(κατ' ευφ.) το ούρο.

Russian (Dvoretsky)

ὑγρᾰσία: ἡ влага, жидкость Arst., Plut.