Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀμφάδιος

Σκιᾶς ὄναρ ἄνθρωπος -> Man is a dream of a shadow
Pindar, Pythian 8.95f.
Full diacritics: ἀμφάδιος Medium diacritics: ἀμφάδιος Low diacritics: αμφάδιος Capitals: ΑΜΦΑΔΙΟΣ
Transliteration A: amphádios Transliteration B: amphadios Transliteration C: amfadios Beta Code: a)mfa/dios

English (LSJ)

α, ον, (poet. for ἀναφάδιος which does not occur, v. sq.):—

   A public, γάμος Od.6.288.    II acc. fem. ἀμφαδίην as Adv., = ἀμφαδόν, publicly, openly, Il.13.356, Thgn.90, etc.

German (Pape)

[Seite 133] α, ον, adject. zu ἀμφαδόν, offenbar, Hom. viermal, Od. 6, 288 πρίν γ' ἀμφάδιον γάμον ἐλθεῖν, die erklärte, wirkliche Vermählung; accus. ἀμφαδίην adverbial, öffentlich, Od. 5, 120 Iliad. 7, 196. 13, 356 (v. l. ἀμφαδίῃ Eustath. p. 936, 63); – Theogn. 90; Ap. Rh. 1, 475. 4, 344.

Greek (Liddell-Scott)

ἀμφάδιος: -α, -ον, (ποιητ. ἀντὶ τοῦ ἀναφάδιος, ὅπερ δὲν ἀπαντᾷ, ἴδε ἀμφαδόν). Δημόσιος, φανερός, γάμος Ὀδ. Ζ.288. ΙΙ.αἰτ. τοῦ θηλ. ἀμφαδίην, ὡς ἐπίρρ. (πρβλ. αὐτοσχεδίην), = ἀμφαδόν, δημοσίᾳ, φανερῶς, ἠχηρῶς, Λατ. palam, Ἰλ. Ν.356· οὕτω καὶ παρὰ μεταγεν. Ἐπ.

French (Bailly abrégé)

α, ον :
qui se fait ouvertement, public ; adv. • ἀμφάδιον IL ouvertement, publiquement.
Étymologie: contr. p. ἀναφάδιος.

English (Autenrieth)

(ἀναφαίνω): open, public, ‘regular,’ γάμος, Od. 6.288.

Spanish (DGE)

-η, -ον

• Prosodia: [-ᾰ-]
1 público, legal γάμος Od.6.288, λέκτρα AP 5.219 (Paul.Sil.), φιλίη AP 5.267 (Agath.).
2 ἀμφαδίην ac. fem. como adv. abiertamente, públicamente ἀ. μὲν ἀλεξέμεναι ἀλέεινε Il.13.356, ἀ. νεῖκος ἀειράμενος Thgn.90, ἀ. δὲ παρθένον εἰς ὑμέναιον ἐφέλκομαι; ¿llevo abiertamente a la doncella al matrimonio? Nonn.D.34.13.

Greek Monolingual

ἀμφάδιος, -ία, -ιον (Α)
δημόσιος, φανερός.
[ΕΤΥΜΟΛ. ἀμφάδιος < ἀμφαδός. Η αιτ. θηλ. (ἀμφαδίην) χρησιμοποιήθηκε ως επίρρημα.
ΠΑΡ. ἀμφαδίην].

Greek Monotonic

ἀμφάδιος: [ᾰ], -α, -ον, ποιητ. αντί ἀναφάδιος (ἀναφαίνω),
I. δημόσιος, γάμος, σε Ομήρ. Οδ.
II. με θηλ. αιτ. ἀμφαδίην όπως το επίρρ., = ἀμφαδόν, σε Ομήρ. Ιλ.

Russian (Dvoretsky)

ἀμφάδιος: (φᾰ) явный, открытый (γάμος Hom.).

Middle Liddell

ἀναφαίνω poet. for ἀναφάδιος]
I. public, γάμος Od.
II. acc. fem. ἀμφαδίην as adv., = ἀμφαδόν, Il.