Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀτεχνής

Οὐδ' ἄμμε διακρινέει φιλότητος ἄλλο, πάρος θάνατόν γε μεμορμένον ἀμφικαλύψαι -> Nor will anything else divide us from our love before the fate of death enshrouds us
Apollonius of Rhodes, Argonautica 3.1129f.
Full diacritics: ἀτεχνής Medium diacritics: ἀτεχνής Low diacritics: ατεχνής Capitals: ΑΤΕΧΝΗΣ
Transliteration A: atechnḗs Transliteration B: atechnēs Transliteration C: atechnis Beta Code: a)texnh/s

English (LSJ)

ές,

   A = ἄτεχνος, S.E.M.7.395, interpol. in Babr.75.4: Comp. -έστερος v.l. in Hp.Fract.16.

German (Pape)

[Seite 385] ές (τέχνη), = ἄτεχνος.

Greek (Liddell-Scott)

ἀτεχνής: -ές, = ἄτεχνος, Σέξτ. Ἐμπ. π. Μ. 7, 395, Βαβρ. 75, 4· ἐν τῷ συγκρ., -έστερος Ἱππ. π. Ἀγμ. 763· πρβλ. ἀτέχνως ΙΙ.

French (Bailly abrégé)

ής, ές :
sans art, inhabile.
Étymologie: ἀ, τέχνη.

Spanish (DGE)

-ές
I 1desmañado, no profesional, técnicamente malo de prácticas médicas καίτοι ἀτεχνέστερόν γέ ἐστιν aunque es peor procedimiento Hp.Fract.16
de médicos y profesionales ἀ. ἰατρός el mal médico, falto de oficio Babr.75.4, cf. S.E.M.7.395.
II adv. -ῶς, -έως TAPhA 65.1934.105 (Olinto IV a.C.)
1 lisa y llanamente ἀδόλως καὶ ἀ. TAPhA l.c., cf. Philostr.VA 6.20.
2 simplemente, justamente ἀ. μὲν οὖν σκύτη βλέπει Eup.304, ἀ. ἥκω παρεσκευασμένος Ar.Ach.37, καλὸν ἀ. Ar.Au.820, cf. Nu.408, 1174, Pherecr.107, ἀ. τὸ τοῦ Ὁμήρου ἐπεπόνθη Pl.Smp.198c
en las comparaciones ἀ. ὥσπερ ... Pl.Phd.90c, ἀ. οἷον ... Pl.Lg.952e, οἷον γὰρ φρούριον ἀ. Hld.2.26.2
c. neg. simplemente, ni siquiera οὐδ' ἂν διαλεχθείην γ' ἀ. Ar.Nu.425, ἀ. οὐδείς Ar.Au.605, cf. Pl.362, Pl.Plt.288a.

Greek Monolingual

ἀτεχνής, -ές (Α)
Ι. 1. ο χωρίς τέχνη, ο άτεχνος.
2. αδέξιος
II. επίρρ. ἀτεχνῶς
1. απλώς
2. πραγματικά, ακριβώς
3. με ειλικρίνεια
4. ανεπιτήδευτα.
[ΕΤΥΜΟΛ. ατεχνής < α- στερ. + τέχνη
επίρρ. ατεχνώς < άτεχνος. Ο τονισμός του επιρρήματος, ατεχνώς είτε αναλογικά προς τα επιρρήματα του τύπου αθεεί (< άθεος) κ.λπ. είτε κατ' αντιδιαστολή προς το επίρρ. ατέχνως , επίσης αναγόμενο στο επίθ. άτεχνος, αλλά διάφορο σημασιολογικά].

Greek Monotonic

ἀτεχνής: -ές, = ἄτεχνος, σε Βάβρ.

Russian (Dvoretsky)

ἀτεχνής: Babr., Sext. = ἄτεχνος.