Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἐδεστός

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Full diacritics: ἐδεστός Medium diacritics: ἐδεστός Low diacritics: εδεστός Capitals: ΕΔΕΣΤΟΣ
Transliteration A: edestós Transliteration B: edestos Transliteration C: edestos Beta Code: e)desto/s

English (LSJ)

ή, όν,

   A eatable, good for food, ζῷον Arist.Pol.1324b41; ἐδεστά eatables, meats, E.Fr.472.19, Pl.Ti. 72e: sg., Call.Fr.128.    II eaten, S.Ant.206; consumed, ἐξ αὑτοῦ Id.Tr.677.

German (Pape)

[Seite 715] gegessen, angefressen, Soph. Ant. 208; verzehrt, Tr. 674; eßbar, Arist. pol. 7, 2, 9; τὰ ἐδεστά, Eßwaaren, Plat. Tim. 72 e u. Sp.

Greek (Liddell-Scott)

ἐδεστός: -ή, -όν, ἐδώδιμος, φαγώσιμος, ζῷον Ἀριστ. Πολ. 7. 2, 15· τὰ ἐδεστά, τὰ ἐδώδιμα, τὰ φαγώσιμα, Εὐρ. Ἀποσπ. 475. 19, Πλάτ. Τίμ. 72Ε. ΙΙ. φαγωθείς, Σοφ. Ἀντ. 206· καταναλωθείς, ὁ αὐτ. Τρ. 677.

French (Bailly abrégé)

ή, όν :
mangé, consumé.
Étymologie: adj. verb. de ἔδω.

Spanish (DGE)

-ή, -όν
I 1comido, devorado, δέμας ... πρὸς κυνῶν ἐδεστόν S.Ant.206, fig. ἐδεστὸν ἐξ αὑτοῦ φθίνει S.Tr.677.
2 comestible ζῷον Arist.Pol.1324b41, cf. Hsch.
crist., fig. σάρξ ref. al cuerpo del Hijo, Cyr.Al.Thds.38.
II subst. τὰ ἐ. comida, alimento καὶ ἀπὸ τῶν ποτῶν καὶ ἐδεστῶν ὠδῖνα ἐμποιέειν Hp.Superf.4, cf. E.Fr.3.19C., Pl.Ti.72e, κρίνειν τὴν ἐν τοῖς ἐδεστοῖς ἡδονήν distinguir el sabor de los alimentos Arist.PA 678b9, cf. 690b30, 691a1, Call.Fr.553, Plu.2.733f, tb. sg. Gal.7.138, Plu.2.716e; περὶ ἐδεστῶν Sobre los comestibles tít. de una obra de Mnesiteo, Ath.54b, 57b, 92b, 121d.

Greek Monolingual

ἐδεστός, -ή, -όν (Α) έδω
1. φαγώσιμος, εδώδιμος
2. καταφαγωμένος, καταναλωμένος
3. το ουδ. ως ουσ. τὸ ἐδεστόν
φαγητό, φαγώσιμο, έδεσμα.

Greek Monotonic

ἐδεστός: -ή, -όν (ἔδω), φαγώσιμος, αυτός που φαγώθηκε, που καταναλώθηκε, σε Σοφ.

Russian (Dvoretsky)

ἐδεστός:
1) съеденный (πρὸς οἰωνῶν δέμας Soph.);
2) уничтожившийся, истлевший (πέπλος Soph.);
3) годный в пищу (ζῷον Arst.).

Middle Liddell

ἐδεστός, ή, όν [ἔδω]
eatable: eaten, consumed, Soph.