Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἔδω

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander
Full diacritics: ἔδω Medium diacritics: ἔδω Low diacritics: έδω Capitals: ΕΔΩ
Transliteration A: édō Transliteration B: edō Transliteration C: edo Beta Code: e)/dw

English (LSJ)

old Ep. pres. (also Hp.VM4 (v.l.), Theoc.5.128), for which in Att. ἐσθίω is used, Ep. inf.

   A ἔδμεναι, ἐέδμεναι Emp.128.10 (s.v.l.): impf. ἔδον, Ion. 3sg. ἔδεσκε Il.22.501: fut. ἔδομαι 18.271, Od.9.369, Theoc.3.53: pf. part. ἐδηδώς Il.17.542, h.Merc.560:—Pass., pf. ἐδήδοται Od.22.56: aor. 1 subj. ἐδεσθῇ dub. l. in Hp.Vict.2.54:—for the Att. forms, v. sub ἐσθίω; cf. also ἔσθω:—eat, εἰωθότες ἔδμεναι ἄδην Il. 5.203; ὅσσα τοι ἐκπέποται καὶ ἐδήδοται Od.22.56; of worms, Il.22.509, cf. Od.21.395; κύτισόν τε καὶ αἴγιλον αἶγες ἔο̄οντι Theoc.5.128.—Rare in Com., Alc.Com.36, Eub.28; also E.Cyc.245.    II eat up, devour, esp. in phrases, βίοτον καὶ κτήματα, οἶκον, χρήματα ἔ., Od.2.123, 16.431,389; ἡμέτερον κάματον νήποινον ἔδουσι 14.417.    III metaph., καμάτῳ τε καὶ ἄλγεσι θυμὸν ἔδοντες 9.75, cf. 10.379, Il.24.129, Semon.1.24 (s.v.l.).

German (Pape)

[Seite 717] sedere, vgl. ἕδος, ἕδρα; dav. act. aor. εἷσα, imper. εἷσον Od. 7, 163, partic. ἕσας 10, 361. 14, 280, vgl. ἀνέσαιμι, ἀνέσαντες, sp. D. auch εἵσας, inf. auch ἐφέσσαι, wie ἐπὶ χώρας ἕσσαι Pind. P. 4, 273; ich setzte, hieß sitzen; τινὰ ἐν κλισμοῖσι, κατὰ κλισμούς, ἐς θρόνον, ἐπὶ θρόνου; Hom. εἷσέ μ' ἐπὶ βουσί, er setzte mich über die Rinder, Od. 20, 210; σκοπὸν εἷσε, er stellte einen Späher an, Il. 23, 359; λόχον εἷσαν, sie legten einen Hinterhalt, 4, 392; δῆμον εἷσεν ἐν Σχερίῃ, er ließ das Volk sich ansiedeln, Od. 6, 8; κὰδ δ' ἐν Ἀθήνῃς εἷσεν Il. 2, 549. So Her. εἷσε ἄγων εἰς θρόνον, 3, 61. Seltener bei Att.; σὺ γάρ νιν εἰς τόδ' εἷσας αὔχημα Soph. O. C. 717, ch., du hast die Stadt zu diesem Glanz erhoben. – Med. ἕζομαι, sich setzen, sitzen, praes. u. imperf. Hom. oft, gew. ἐν λέκτρῳ, κλισμῷ u. ä.; ἑξείης ἕζοντο κατὰ κλισμούς τε θρόνους τε Od. 3, 389; ἕζεο τῷδ' ἐπὶ δίφρῳ Il. 6, 354; ἐπὶ χθονὶ ἑζέσθην, sie senkten sich dem Boden zu, von der schweren Wagschaale, 8, 74; εἴς τινα τόπον, Mimn. fr. 12; ἀμφὶ κλάδους ἑζομένα Eur. Phoen. 1516; ἐπὶ σεμνὸν βάθρον Soph. O. C. 100; ἐπὶ βάρβαρον ἑζομένη πέταλον Ar. Ran. 682; c. accus., ἡ δὴ τὸ μητρὸς δευτέρα τόδ' ἕζετο μαντεῖον Aesch. Eum. 3; θοὸν εἰρεσίας ζυγὸν ἑζόμενος Soph. Al. 244; vgl. Eur. Hel. 1573; δελφἶνι, auf dem Delphin, Nonn. D. 1, 73. Vgl. das in Prosa allein übliche καθέζομαι. – Aor. εἱσάμην, fut. εἵσομαι, Hom. nur ἐφέσσομαι, wohin man auch ἐπὶ νηὸς ἐέσσατο Od. 14, 295 rechnet; ich gründete, bau'te (für mich); ἱρόν Her. 1, 66, wie Plut. Them. 22; τῶν ἑσσαμένων (v. l. εἱσαμένων u. ἑσαμένων, sc. ἱερα) καὶ κτισάντων Thuc. δ, 58, wo der Schol. ἷδρυσαμένων erkl.; ἕσσαντο τέμενος Pind. P. 4, 204; Ἄρτεμι, ἣν Ἀγαμέμνων εἵσατο Theogn. 12; εἵσομαι ἱερόν Ap. Rh. 2, 807; βωμὸν εἵσατο 4, 119; λαόν, wie das act., 3, 1186. 4, 550; εἵσεται, er wird sich setzen, καὶ κατακλιθήσεται vrbdt Phylarch. Ath. IV, 142 c. – Perf. ἧμαι, s. unten bes.

Greek (Liddell-Scott)

ἔδω: ἀρχαῖος Ἐπ. ἐνεστώς, ἀνθ’ οὗ παρ’ Ἀττ. εἶναι ἐν χρήσει τὸ ἐσθίω, Ἐπ. ἀπαρ. ἔδμεναι: παρατ. ἔδον, Ἰων. γ΄ ἑνικ. ἔδεσκε Ἰλ. Χ. 501: μέλλ. ἔδομαι Σ. 271, Ὀδ. Ι. 369· μετοχ. πρκμ. ἐδηδώς: - Παθ. πρκμ. ἐδήδοται Ὀδ.: - Περὶ τῶν Ἀττ. τύπων ἴδε ἐσθίω: πρβλ. ὡσαύτως τὸ ἔσθω. (Ἐκ τῆς PΕΔ παράγονται ὡσαύτως τὰ ἑξῆς: ἐδδωδή, ἐδητύς, ἔδεσμα, εἶδαρ, ἔσθω, ἐσθίω. πρβλ. Σανσκρ. ad, ad-mi, (ἐσθίω), ad-akas, (ἀδηφάγος), Λατ. ed-o, es-t, ess-e, es-us, es-urio, es-ca· Γοτθ. it-an, Ἀγγλο-Σαξον. et-an· Παλαιο-Γερμαν. iz-an, Γερ. essen) Ἐσθίω, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ πίνω, Ὅμ.: ὡσαύτως ἐπὶ κτηνῶν, τρώγω, Ὅμ., μάλιστα ἐν Ἰλ· εἰωθότες (οἱ ἵπποι) ἔδμεναι ἄδδην Ἰλ. Ε. 203· καταβιβρώσκω, κατατρώγω, ὅσα μὲν ἐκπέποται καὶ ἐδήδοται Ὀδ. Χ. 56· ἐπὶ σκωλήκων, νῦν δὲ σὲ … αἰόλαι εὐλαὶ ἔδονται Ἰλ. Χ. 509, Ὀδ. Φ. 395: - σπάν. παρ’ Ἀττ., Ἀλκαῖος Κωμ. ἐν Ἀδήλ. 1, Εὔβουλ. ἐν «Διονυσίῳ» 4. ΙΙ. κατατρώγω, σπαταλῶ, ἀναλίσκω, ἰδίως ἐν ταῖς φράσεσι βίοτον, οἶκον, κτήματα, χρήματα ἔδουσι Ὀδ.· ἡμέτερον κάματον … ἔδουσι Ὀδ. Ξ. 417. ΙΙΙ. μεταφ., καμάτῳ τε καὶ ἄλγεσι θυμὸν ἔδοντες Ι. 75, πρβλ. Κ. 379, Ἰλ. Ω. 129, Σιμωνίδ. Ἰαμβογρ. 1. 24

French (Bailly abrégé)

f. ἔδομαι, ao.2 ἔφαγον, pf. ἐδήδοκα, pf.2 ἔδηδα, pqp. ἐδηδόκειν;
Pass. ao. ἠδέσθην, pf. ἐδήδομαι;
manger, acc. ; fig. θυμόν OD ronger ou consumer le cœur ; κτήματα OD consumer ses ressources ; οἶκον OD dévorer, càd ruiner la maison (de qqn) ; κάματον OD dévorer le fruit du travail;
Moy. ἔδομαι dévorer, consumer : κραδίην IL son cœur.
Étymologie: R. Ἐδ, manger ; cf. lat. edo.

English (Autenrieth)

inf. ἔδμεναι, ipf. ἔδον, iter. ἔδεσκε, fut. ἔδομαι, perf. part. ἐδηδώς, pass. perf. ἐδήδοται: eat; of both men and animals; metaph., ‘consume,’ ‘devour,’ ‘gnaw;’ οἶκον, κτήματα, Od. 1.375; ἄλλοι δ' ἡμέτερον κάματον νήποινον ἔδουσιν, ‘the fruits of our toil,’ Od. 14.417 ; θῦμὸν ἔδων, βρώμης δ' οὐχ ἅπτεαι, κ 3, Od. 9.75.

Spanish (DGE)

• Morfología: [pres., ind. 3a pers. plu. ἔδοντι Theoc.5.128, inf. ἔδμεναι Il.5.203, Od.14.42, impf. ἔδεσκε Il.22.501; para las formas de fut. ἔδομαι y de perf. con y sin -κ- cf. ἐσθίω]
I comer de hombres y de dioses ἡμέτεροι βασιλῆες ἔδουσί τε πίονα μῆλα Il.12.319, (ὃς θνητός) ἔδοι Δημήτερος ἀκτήν Il.13.322, (Ἀστυάναξ) μυελὸν οἶον ἔδεσκε καὶ οἰῶν πίονα δημόν Il.22.501, ὄψα Od.3.480, σύας σιάλους Od.14.42, νέκταρ τ' ἀμβροσίην τε, τά περ θεοὶ αὐτοὶ ἔδουσι Hes.Th.640, δούλιον ἄρτον ἔδων Hippon.194.8, ἀρούρης καρπόν Luc.Rh.Pr.11, de anim. μὴ κέρα ἶπες ἔδοιεν no fuera que la carcoma hubiera roído el cuerno, Od.21.395, ἵπποι χλωρὰν ψαλάκανθαν ἔδουσιν Eub.27, κύτισόν τε καὶ αἴγιλον αἶγες ἔδοντι Theoc.l.c., de un pájaro ἢν τοὺς καρποὺς ἀκρίδων ἔδηται D.P.Au.1.22, abs. εἰωθότες ἔδμεναι ἅδην de caballos Il.5.203, cf. Hsch.
II fig.
1 comerse, dilapidar, aprovecharse c. ac. de cualquier tipo de bienes ἄλλοι δ' ἡμέτερον κάματον νήποινον ἔδουσιν otros se comen nuestro esfuerzo sin retribución, Od.14.417, μή οἱ χρήματ' ... ἔδωμεν Od.16.389, τοῦ νῦν οἶκον ἄτιμον ἔδεις Od.16.431, κτήματ' ἔδον Od.23.9.
2 consumir, corroer c. ac. del lugar donde se sitúan los sentimientos o las funciones intelectuales τέο μέχρις ... σὴν ἔδεαι κραδίην Il.24.129, καμάτῳ τε καὶ ἄλγεσι θυμὸν ἔδοντες Od.9.75, de Odiseo θυμὸν ἔδων Od.10.379, A.R.1.1289, c. refl. ἔδω δ' ἐμαυτὸν ὡς πουλύπους Alc.Com.30.

• Etimología: Pres. tem. secundario rel. het. edmi, ai. ádmi, lat. edo, etc. < *H1ed-.

Greek Monotonic

ἔδω: αρχαίος Επικ. ενεστ. αντί Αττ. ἐσθίω, Επικ. απαρ. ἔδμεναι, παρατ. ἔδον, Ιων. γʹ ενικ. ἔδεσκε, μέλ. ἔδομαι, μτχ. παρακ. ἐδηδώς — Παθ. παρακ. ἐδήδοται·
I. τρώω, σε Όμηρ.· λέγεται για θηρία, τρώω, καταβροχθίζω, στον ίδ.· λέγεται για σκουλήκια, μασουλώ, τραγανίζω, στον ίδ.
II. κατατρώω, καταβροχθίζω, καταναλώνω, βίοτον, κτήματα, σε Ομήρ. Οδ.· επίσης, ἄλγεσι θυμὸν ἔδοντες, στον ίδ.

Russian (Dvoretsky)

ἔδω: (fut. ἔδομαι, aor. 2 ἔφᾰγον, pf. ἐδήδοκα, pf. 2 ἔδηδα)
1) есть (ὄψα Hom.: θερμὴν δαῖτα Eur.; ἀρούρης καρπόν Luc., Plut.): ὅσα ἐκπέποται καὶ ἐδήδοται Hom. все выпитое и съеденное;
2) поедать, пожирать (εὐλαὶ ἔδονταί τινα Hom.);
3) проедать, расточать (οἶκον Hom.; βίοτον Plut.);
4) разъедать, снедать, терзать, мучить (καμάτῳ τε καὶ ἄλγεσι θυμόν, med. καρδίην Hom.).

Frisk Etymological English

Grammatical information: v.
Meaning: eat.
Other forms: athem. inf. ἔδμεναι (Hom.), fut. ἔδομαι (Il.), perf. ptc. act. ἐδηδώς (Ρ 542), med. ἐδήδοται (χ 56; after πέποται), with act. ἐδήδοκα (Att.); aor. pass. ἠδέσθην, perf. med. ἐδήδε(σ)μαι (Att.); new pres. ἔσθω (Il.), ἐσθίω (Od.)
Compounds: with prefix κατ-έδω, -εσθίω (-έσθω), -έδομαι eat up (Il.), ἀπ-εσθίω, -έδομαι id. (Att.).
Derivatives: εἶδαρ < *ἔδ-Ϝαρ food (Il.; Porzig Satzinhalte 347; ἔδαρ βρῶμα H., s. below). ἐδωδή food, meal (Il.), redupl. with -ω-; ἐδώδιμος eatable (Hdt.; s. Arbenz Die Adj. auf -ιμος 50f.), ἐδωδός usable as food (Hp.). ἐδητύς f. (only gen. -τύος) food (Hom.); -η- unclear, but cf. βοητύς, ἀγορητύς; s. Porzig Satzinhalte 183f., Benveniste Noms d'agent 67. ἔδεσμα food (Att.) with ἐδεσμάτιον (Procl.); ἐδεστής eater (Hdt.). ἐδηδών φαγέδαινα H., cf. ἐδηδώς and Specht Ursprung 389. - On ὀδούς (ὀδών), ὀδύνη, ὠδίς s. vv.
Origin: IE [Indo-European] [287] *h₁ed- eat
Etymology: The old athem. present, seen in Greek in inf. ἔδμεναι, in the fut. = subj. ἔδ-ο-μαι, perh. also in ipv. ἔσθι (ρ 478?; s. Chantr. Gramm. hom. 1, 292), is found in several languages; Hitt. ed-mi (e-it-mi) eat, Skt. ád-mi id., 3. sg. át-ti, Lat. ēs-t, Lith. ė́s-ti, OCS jas-tъ eat; IE *ed-mi, -ti. Younger themat. forms (cf. Goth. itan, 3. sg. pres. it-iÞ) s. Chantr. l. c. (Armenian has iterative utem (as if Gr. *ὠδέω). - From the ipv. ἔσθι (= Skt. addhí) developed the sec. presents ἔσθω and ἐσθίω (s. Schwyzer 713 n. 6). The other forms are Greek innovations, ἠδέσθην, ἐδήδε(σ)μαι (after ἐτελέσθην); from there ἔδεσμα, ἐδεστής (cf. ὠμηστής), ἐδεστός. As aorist φαγεῖν, see Schwyzer-Debrunner 258). - With the r-n-stem εἶδαρ < *ἔδϜαρ, pl. εἴδατα cf Skt.vy-advar-á- eating away and agrādvan- (agra-ad-van-). - See Ernout-Meillet s. edō. - S. also and δείπνηστος (s. δεῖπνον).

Middle Liddell

[old epic pres. for attic ἐσθίω
I. to eat, Hom.: of beasts, to eat, devour, Hom.; of worms, to gnaw, Hom.
II. to eat up, devour, consume, βίοτον, κτήματα Od.: also, ἄλγεσι θυμὸν ἔδοντες Od.

Frisk Etymology German

ἔδω: {édō}
Forms: mit athem. Inf. ἔδμεναι (Hom.), Fut. ἔδομαι (seit Il.), Perf. Ptz. Akt. ἐδηδώς (Ρ 542 u. a.), Med. ἐδήδοται (χ 56; nach πέποται), wozu Akt. ἐδήδοκα (att.); Aor. Pass. ἠδέσθην, Perf. Med. ἐδήδε(σ)μαι (att.); neues Präsens ἔσθω (ep. poet. seit Il.), ἐσθίω (seit Od.)
Grammar: v.
Meaning: essen, fressen.
Composita : Mit Präfix κατέδω, -εσθίω (-έσθω), -έδομαι aufessen, auffressen, verzehren (seit Il.), ἀπεσθίω, -έδομαι ‘abessen, -fressen, abnagen’ (att.) u. a.
Derivative: Mehrere Ableitungen: 1. εἶδαρ für *ἔδϝαρ Speise (ep. poet. seit Il.; vgl. Porzig Satzinhalte 347; ἔδαρ· βρῶμα H., vgl. unten). 2. ἐδωδή Speise, Nahrung, Mahlzeit (seit Il.), reduplizierte Bildung mit ω-Ablaut wie ἀγωγή u. a.; davon ἐδώδιμος eßbar (Hdt., Th. usw.; s. Arbenz Die Adj. auf -ιμος 50f.), ἐδωδός zur Speise geeignet (Hp.). 3. ἐδητύς f. (nur Gen. -τύος) Speise (Hom.); Herkunft des η unklar, vgl. indessen βοητύς, ἀγορητύς und andere (jüngere?) Bildungen; dazu Porzig Satzinhalte 183f., Benveniste Noms d’agent 67. 4. ἔδεσμα Speise (att.) mit ἐδεσμάτιον (Prokl.); vgl. zu ἠδέσθην unten; 5. ἐδεστής Esser, Verzehrer (Hdt., Antiph.). 6. ἐδηδών· φαγέδαινα H., vgl. ἐδηδώς und Specht Ursprung 389. — Zu ὀδούς (ὀδών), ὀδύνη, ὠδίς s. bes.
Etymology : Das alte athematische Präsens, das im Griech. im Inf. ἔδμεναι, in dem als Futurum benutzten kurzvokalischen Konjunktiv ἔδο-μαι, vielleicht auch im Ipv. ἔσθι (ρ 478?; s. Chantraine Gramm. hom. 1, 292) erhalten ist, findet sich in mehreren idg. Sprachen wieder; heth. ed-mi (e-it-mi) ich esse, aind. ád-mi ib., 3. Sg. át-ti, lat. ēs-t, lit. ė́s-ti, aksl. jas- ‘er ißt (frißt)’; idg. *ē̆d-mi, -ti. Aus dem athematischen Paradigma erwuchsen allmählich im Griech. wie in anderen Sprachen (z. B. got. itan, 3. Sg. Präs. it-) themat. Formen, s. Chantraine a. a. O. Das Armenische hat eine iterative Bildung utem (wäre gr. *ὠδέω). — Aus dem Ipv. ἔσθι (= aind. addhí) wurden, wahrscheinlich in der Kinder- und Alltagssprache, die sekundären Präsentia ἔσθω und ἐσθίω gebildet (Lit. bei Schwyzer 713 A. 6). Auch die übrigen Verbalformen sind griechische Neubildungen, ἠδέσθην, ἐδήδε(σ)μαι, wohl nach ἐτελέσθην, τετέλεσμαι, ᾐδέσθην, ἀλήλε(σ)μαι u. ä.; danach ἔδεσμα, ἐδεστής (gegenüber der Zusammenbildung ὠμηστής), ἐδεστός; daß ἐδέσθην aus *ἔσθην "aufgefrischt" sei (Schwyzer 775 A. 7 m. Lit.), ist wenig wahrscheinlich, da es von ἔδω ursprünglich keinen Aorist gab (dafür φαγεῖν, s. auch βιβρώσκω; dazu Schwyzer-Debrunner 258). — Der r-n-Stamm εἶδαρ für *ἔδϝαρ, pl. εἴδατα hat ein Gegenstück in aind. vy-advar-á- gefräßig, zernagend und agrādvan- (agra-ad-van-) zuerst essend; s. noch zu ὀδύνη. — Weitere Lit. bei W.-Hofmann s. edō, Fraenkel Lit. et. Wb. s. ė́sti; dazu bes. Ernout-Meillet s. edō. — S. auch ἄριστον und δείπνηστος (s. δεῖπνον).
Page 1,444-445