Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἐθισμός

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2
Full diacritics: ἐθισμός Medium diacritics: ἐθισμός Low diacritics: εθισμός Capitals: ΕΘΙΣΜΟΣ
Transliteration A: ethismós Transliteration B: ethismos Transliteration C: ethismos Beta Code: e)qismo/s

English (LSJ)

ὁ,

   A accustoming, habituation, Arist.EN1098b4, al; τὰ κατ' ἐθισμόν τινος LXX Ge.31.35; πρός τι Hierocl. in CA26p.479M.: pl., habits, Arist.Pol.1331b6; usages, Posidipp.25, Plb.1.17.11; οἱ ἐξ ἀρχῆς ἐ. PTeb.40.20 (ii B. C.); οἱ νόμοι καὶ οἱ ἐ. Phld.Piet.102, cf. IG22.1043.30 (i B. C.); οἱ πολύτροποι ἐ. τῶν λέξεων customary modes of speech, Epicur.Nat.28.1, al.

German (Pape)

[Seite 720] ὁ, die Gewöhnung; Arist. Eth. 1, 7. Nach B. A. p. 93 = ἔθος, Gewohnheit, bei Posidipp.; ἐκ τῶν ἐθισμῶν, nach dem Brauch, Pol. 3, 110, 4, vgl. 1, 17, 11.

Greek (Liddell-Scott)

ἐθισμός: ὁ, συνηθισμός, Ἀριστ. Ἠθ. Ν. 1. 7, 21, κ. ἀλλ.· πληθ., ἔθιμα, συνήθειαι, ὁ αὐτ. Πολ. 7. 13, 12· - «ἐθισμός, ἀντὶ τοῦ ἔθος, Ποσείδιππος Φιλοπάτορι» Α. Β. 93, 19, Πολύβ. 1. 17, 11.

Spanish (DGE)

-οῦ, ὁ
I 1costumbre, hábito σάρκες καὶ ἄλλαι ἰδέαι τροφῆς πολλαὶ καὶ κατὰ χώρην καὶ ἐθισμόν las carnes y otras muchas formas de comida según el país o la costumbre Hp.Alim.33, cf. Posidipp.27, Aristeas 182, op. φύσις y λόγος: πολλὰ γὰρ παρὰ τοὺς ἐθισμοὺς καὶ τὴν φύσιν πράττουσι διὰ τὸν λόγον Arist.Pol.1332b6, cf. EN 1152a29, διὰ τοῦ λόγου μὲν ... οὐ κωλύμη γίνεται, διὰ δὲ τῶν ἐθισμῶν Vit.Fr.Pap.Phil.2.1.145, τῶν ἀρχῶν δ' αἱ μὲν ἐπαγωγῇ θεωροῦνται, αἱ δὲ αἰσθήσει, αἱ δ' ἐθισμῷ τινι Arist.EN 1098b4, κατὰ τὸν ἐθισμὸν αὐτῶν LXX 3Re.18.28, cf. Plu.Lys.17, ref. los de los pitagóricos, D.S.10.8.2, τὰ παλαιὰ ἔθη περισπᾷ καὶ οὐκ ἐᾷ ἀρχὴν γενέσθαι τινὰ ἄλλου ἐθισμοῦ las costumbres inveteradas arrastran y no permiten el comienzo de un nuevo hábito Arr.Epict.3.16.11, βαρβαρικοὶ ἐθισμοί Orac.Sib.12.273.
2 sent. institucional costumbre, uso consuetudinario, tradición esp. op. νόμος: οἱ νόμοι καὶ οἱ ἐθισμοί las leyes y las costumbres Plb.2.39.6, cf. IP 163.3B.2 (II a.C.), IG 22.1043.30 (I a.C.), BGU 1127.22 (I a.C.), Phld.Piet.1381, τίμια καὶ ἐθισμοί BGU 1185.28 (I a.C.), ἐθισμοῦ ὄντος, ἐάν τισιν τῶν ναυκληρῶν ... PEnteux.27.8 (III a.C.), οἱ ἐξ ἀρχῆς ἐθισμοί PTeb.40.20 (II a.C.), οἰκεῖν παρὰ τὸν ἐθισμόν PTeb.6.40 (II a.C.), πολιτεύματα ... ἀκέραια ... τῶν ἐθισμῶν sistemas políticos no corrompidos en sus tradiciones Plb.1.13.12, ἡ τῶν ἐθισμῶν διαφορὰ ... σέσωκε τὰ Ῥωμαίων πράγματα la superioridad de sus tradiciones salvó los asuntos de los romanos Plb.1.17.11, πάτριοι ἐθισμοί D.H.10.60, I.AI 14.227, παρανόμους ἐθισμοὺς ἐκαίνιζεν LXX 2Ma.4.11, cf. 12.38.
3 gram. uso διὰ τοὺς πολυτρόπους ἐ[θι] σμοὺς τῶν λέξεων Epicur.Nat.28.12.3.11.
4 rel. la mujer, euf. lo acostumbrado, la regla, la menstruación τὸ κατ' ἐθισμὸν τῶν γυναικῶν μοί ἐστιν LXX Ge.31.35.
5 ejercicio, práctica τὸ δὲ σῶμα τοῖς ἀπὸ τῶν γυμνασιῶν ἐθισμοῖς ἐναθλήσας IClaros 1.P.1.5 (II a.C.), cf. SEG 22.110.27 (Atenas I a.C.).
II como proceso hecho de acostumbrar(se), habituación c. gen. ἐ. τοῦ ἀνέχεσθαι ... εἴσπλους D.17.27, ἕως εἰς τὸν ἐθισμὸν ἔλθῃ τις ἐν τῷ πλοίῳ διατριβῆς Dieuch.19.15, ἐ. τοῦ λυπεῖσθαι καὶ χαίρειν Arist.Pol.1340a23, cf. EN 1119a27, τοῦ ἐρασμίου Plot.1.3.2
c. prep. ὁ πρὸς τὴν ἀϋλίαν ἐ. Hierocl.in CA 26.10.

Greek Monolingual

ο (AM ἐθισμός) εθίζω
το να εθίζεται κάποιος σε κάτι, εξοικείωση
αρχ.
(στον πληθ. με άρθρο) έθιμα.

Russian (Dvoretsky)

ἐθισμός: ὁ Arst., Plut. = ἔθισμα.