Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἔθισμα

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12
Full diacritics: ἔθισμα Medium diacritics: ἔθισμα Low diacritics: έθισμα Capitals: ΕΘΙΣΜΑ
Transliteration A: éthisma Transliteration B: ethisma Transliteration C: ethisma Beta Code: e)/qisma

English (LSJ)

ατος, τό, (ἐθίζω)

   A custom, habit, Pl.Lg. 793d.

German (Pape)

[Seite 720] τό, das Angewöhnte, die Gewohnbeit; πολλὰ νόμιμα ἢ καὶ ἐθίσματα Plat. Legg. VII, 793 d; Xen. de art. equ. 6, 13.

Greek (Liddell-Scott)

ἔθισμα: τό, (ἐθίζω) συνήθεια, ἕξις. Πλάτ. Νόμ. 793Δ.

Spanish (DGE)

-ματος, τό
1 costumbre, hábito τὰ γὰρ μαθήματα καὶ τὰ ἀναγνωρίσματα ἐθίσματά ἐστιν Hp.Flat.14, δίδαγμα καὶ ἔ. πρὸς ἵππον ἄριστον X.Eq.6.13, cf. Epicur.Fr.[34.23] 8.
2 costumbre, uso consuetudinario ἐὰν ... νόμιμα ἢ καὶ ἐθίσματα ... μακροτέρους ποιῇ τοὺς νόμους Pl.Lg.793d.

Greek Monolingual

το (AM ἔθισμα, Μ και εἴθισμα) εθίζω
συνήθεια.

Russian (Dvoretsky)

ἔθισμα: ατος τό привычка, обыкновение, обычай Xen., Plat.