Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἕξις

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: ἕξις Medium diacritics: ἕξις Low diacritics: έξις Capitals: ΕΞΙΣ
Transliteration A: héxis Transliteration B: hexis Transliteration C: eksis Beta Code: e(/cis

English (LSJ)

εως, ἡ, (ἔχω):    I (ἔχω trans.) having, being in possession of, possession, ἐπιστήμης ἕ., opp. κτῆσις, Pl.Tht.197b; νοῦ Id.Cra. 414b; ἡ τῶν ὅπλων Id.Lg.625c, cf. R.433e, Sph.247a, al., Arist. Metaph.1022b4; opp. στέρησις, ib.1055b13, S.E.P.3.49.    2 in surgery, posture, Hp.Off.3; ἕ. ἢ θέσις ib.15.    II (ἔχω intr.) a being in a certain state, a permanent condition as produced by practice (πρᾶξις), diff. from σχέσις (which is alterable) (v. infr.):    1 state or habit of body, Id.Aph.2.34, cf. Pl.Tht.153b; ἕ. ὑγιεινή (so also X.Mem.1.2.4), opp. διάθεσις ἀθλητική, Hp.Alim.34; σχέσις καὶ ἕ. καὶ ἡλικίη Id.Mochl.41; ἡ φύσις καὶ ἡ ἕ. Id.Acut.43: pl., Thphr. Sens.69: generally, condition, ἐν ἕξει τοῦ δρᾶν D.H.Comp. 25; ἕ. λεπτὴ κατὰ τοῦτο τὸ μέρος Hp.Art.12; τῷ θερμὴν ἕ. ἔχοντι Polystr. p.26W.; outward appearance, ἡ ἕ. τοῦ σώματος κρείσσων LXXDa. 1.15, cf. 1 Ki.16.7, Sm.La.4.7; habit of a vine, Thphr.CP3.14.5; of material objects, ὑπὸ μιᾶς ἕξεως συνέχεσθαι S.E.M.7.102, cf. Ph.2.511, Stoic.2.124,al.    b medic., the system, Ath.2.45e, Mnesith. ib.54b, Paul.Aeg.3.59.    2 state or habit of mind, ἕ. κακίης Democr. 184; τὰς φύσεις τε καὶ ἕξεις τῶν ψυχῶν Pl.Lg.650b, etc.; ἡ ἐν τῇ ψυχῇ ἕ., opp. ἡ τῶν σωμάτων ἕ., Id.Tht.l.c.; πονηρᾶς ψυχῆς ἕξει ib.167b; λαμβάνειν ἕξιν τιμιωτέραν Id.R.591b.    b esp. acquired habit, opp. ἐνέργεια, Arist.EN1098b33,al.    3 trained habit, skill, Pl.Phdr. 268e, Arist.Pr.955b1, Plb.10.47.7, D.S.2.29; τέχνη defined as ἕ. ἢ διάθεσις ἀπὸ παρατηρήσεως Phld.Rh.1.69S.; ἄκρα ἕ. D.H.Comp.11: c. gen., τὴν τῶν Ἰουδαϊκῶν γραμμάτων ἕξιν Aristeas 121; ἕ. πολιτικῶν λόγων Phld.Rh.2.35 S. (Almost confined to Prose, but cf. Orph.A. 391.)

German (Pape)

[Seite 882] ἡ (ἔχω), 1) das Haben, Besitzen; τῆς ἐπιστήμης Plat. Theaet. 197 a; ὅπλων Legg. I, 625 c; καὶ παρουσία δικαιοσύνης Soph. 247 a; vgl. Arist. Categ. 10; Ggstz von στέρησις, S. Emp. Pyrrh. 3, 50. – 2) Gew. der Zustand, die Beschaffenheit; τῶν σωμάτων Plat. Theaet. 153 b; ἀνδραπόδου Legg. XII, 966 b; bes. gute, kräftige Körperkonstitution, Xen. Mem. 1, 2, 4; Hippoer.; oft auf das Geistige übertr., nach Plat. Def. 414 c διάθεσις ψυχῆς καθ' ἣν ποιοί τινες λεγόμεθα, wie Phil. 11 d ἕξις ψυχῆς καὶ διάθεσις verbunden ist; φύσεις καὶ ἕξεις τῶν ψυχῶν Legg. I, 650 b; Arist. sagt Eth. 2, 5, neben δυνάμεις u. πάθη, ἕξεις δὲ λέγω, καθ' ἃς πρὸς τὰ πάθη ἔχομεν εὖ ἢ κακῶς; bes. im Ggstz gegen πρᾶξις u. ἐνέργεια, ein passiver Zustand der Seele. S. Emp. adv. math. 8, 81 unterscheidet ἕξις von φύσις u. ψυχή. – Geschicklichkeit, Erfahrung, ἐν ἀστρολογίᾳ μεγίστην ἕξιν ἔχειν D. Sic. 3, 31; vgl. Pol. 1, 51, 4. 21, 7, 3; Arist. probl. 30, 2, Schäfer zu D. Hal. C. V. p. 7; firma illa facilitas, quam Graeci ἕξιν vocant, Quinct. I. O. 10 prooem. Von Dichtern nur Sp., wie Orph. Arg. 389.

Greek (Liddell-Scott)

ἕξις: -εως, ἡ, (ἕξω, μέλλ. τοῦ ἔχω). Ι. (ἔχω μεταβ.) τὸ ἔχειν ἢ κατέχειν τι, ἐπιστήμης ἕξις, ἐν ἀντιθ. πρὸς τὸ κτῆσις, Πλάτ. Θεαίτ. 197Β· νοῦ ὁ αὐτ. ἐν Κρατ. 414Β· ἡ τῶν ὅπλων ὁ αὐτ. ἐν Νόμοις 625C· πρβλ. Πολ. 433Ε, Σοφιστ. 247Α, κ. ἀλλ., Ἀριστ. Μετὰ τὰ Φυσ. 4. 20, 1 ΙΙ. (ἔχω ἀμεταβ.) τὸ εὑρίσκεσθαι ἔν τινι καταστάσει, διαρκὴς κατάστασις προκύπτουσα ἕνεκα συνηθείας ἢ ἀσκήσεως (πράξεως) διαφέρουσα τῆς σχέσεως (ἥτις μεταβάλλεται). 1) κατάστασιςδιάθεσις τοῦ σώματος, Ἱππ. Ἀφ. 1245· ἔτι καὶ ἰδιαιτέρου μέρους τοῦ σώματος, ἕξις λεπτὴ κατὰ τοῦτο τὸ μέρος ὁ αὐτὸς π. Ἄρθρ. 789· ἕξις, συνήθεια, ὡς καὶ νῦν, ταύτην γὰρ τὴν ἓξιν ὑγιεινήν... ἱκανῶς εἶναι... ἔφη Ξεν. Ἀπομν. 1. 2, 4. Πλάτ. 2) κατάστασιςσυνήθεια τῆς ψυχῆς, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὴν δύναμιν (φυσικὸν προσὸν), Πλάτ. Νόμοι 650Β, κτλ.· ἡ ἐν τῇ ψυχῇ ἕξις, ἡ ἐν τῇ ψυχῇ ἐνυπάρχουσα κατάστασις, ὁ αὐτὸς ἐν Θεαιτ. 153Β πονηρᾷ ψυχῆς ἕξει αὐτόθι 167Α· ἕξιν τινὰ λαμβάνειν ὁ αὐτὸς Πολ. 591Β· - ἰδίως πρόσκτητος συνήθεια, ἐν ἀντιθ. πρὸς τὸ ἐνέργεια, ἐν ἕξει ἢ ἐνεργείᾳ Ἀριστ. Ἠθ. Ν. 1. 8, 9., 2. 1, 7., 3. 7. 6, κ. ἀλλ.· ἀλλ’ ἐνίοτε περιλαμβάνει τὴν ἐνέργειαν, ὁ αὐτὸς Μετὰ τὰ Φυσ. 4. 20. 3) ἐπιτηδειότης, ἱκανότης, ὡς ἀποτέλεσμα ἀσκήσεως ἢ πείρας, Πλάτ. Φαῖδρ. 268Ε, Ἀριστ. Προβλ. 30. 2, κτλ.· - πρβλ. ἑκτικός.

French (Bailly abrégé)

εως (ἡ) :
manière d’être, état :
1 bonne constitution du corps;
2 état ou habitude de l’esprit ou de l’âme;
3 faculté, capacité résultant de l’expérience, expérience.
Étymologie: ἔχω.

English (Strong)

from ἔχω; habit, i.e. (by implication) practice: use.

English (Thayer)

ἕξεως, ἡ (ἔχω, future ἕξω), a habit, whether of body or of mind (Xenophon, Plato, Aristotle, others); a power acquired by custom, practice, use ("firma quaedam facilitas, quae apud Graecos ἕξις nominatur," Quintilian 10,1at the beginning); so ἐν τούτοις ἱκανήν ἕξιν περιποιησάμενος, Sir. prol. 7; ἕξιν ἔχειν γραμματικης, Polybius 10,47, 7; ἐν τοῖς πολεμικοῖς, 21,7, 3; ἐν ἀστρολογία μεγίστην, Diodorus 2,31; λογικήν ἕξιν περιποιουμενος, Philo, aleg. legg. 1,4).

Greek Monotonic

ἕξις: -εως, ἡ (ἔξω, μέλ. του ἔχω),·
I. μτβ., κτήση, κατοχή, σε Πλάτ.
II. 1. αμτβ., φυσική κατάσταση ή συνήθεια του σώματος, ιδίως, λέγεται για καλή φυσική κατάσταση ή συνήθεια, σε Ξεν., Πλάτ.
2. νοητική κατάσταση, στον ίδ.

Russian (Dvoretsky)

ἕξις: εως ἡ
1) владение, обладание (ἐπιστήμης κτῆσις καὶ ἕ. Plat.);
2) состояние, свойство (τοῦ σώματος Plat., Plut.; τῆς ψυχῆς Plat., Arst. и ἐν τῇ ψυχῇ Plat.);
3) филос. (в отличие от διάθεσις и πάθος) устойчивое состояние (διαφέρει ἕ. διαθέσεως τῷ πολυχρονιώτερον εἶναι Arst.);
4) навык(и), опыт(ность) (ἐν ἀστρολογίᾳ Polyb. и εἰς τὴν ἀστρολογίαν Diod.; τῶν πληρωμάτων Polyb.);
5) предрасположение, способность (πονηρὰ ψυχῆς ἕ. Plat.; τὰ ἔργα σημεῖα τῆς ἕξεώς ἐστιν Arst.).

Middle Liddell

ἕξις, εως [ἕξω, fut. of ἔχω]
I. a having, possession, Plat.
II. (intr.) a habit of body, esp. a good habit, Xen., Plat.
2. a habit of mind, Plat.

Chinese

原文音譯:›xij 赫克西士
詞類次數:名詞(1)
原文字根:有(著)
字義溯源:習慣,練習,習用;源自(ἔχω)*=持)
出現次數:總共(1);來(1)
譯字彙編
1) 習用(1) 來5:14