Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἐπιληψία

Ἔρως ἀνίκατε μάχαν -> O love, invincible in battle!
Sophocles, Antigone, 781
Full diacritics: ἐπιληψία Medium diacritics: ἐπιληψία Low diacritics: επιληψία Capitals: ΕΠΙΛΗΨΙΑ
Transliteration A: epilēpsía Transliteration B: epilēpsia Transliteration C: epilipsia Beta Code: e)pilhyi/a

English (LSJ)

ἡ,

   A = ἐπίληψις 1.4, stoppage, Arist.Pr.866b14.    II. = ἐπίληψις 11, Hp.Aph.3.22 (pl.), Arist.Fr.370.

German (Pape)

[Seite 958] ἡ, = ἐπίληψις, Arist. Probl. 2, 1; bes. die fallende Sucht, Plut. u. Medic.

Greek (Liddell-Scott)

ἐπιληψία: ἡ, = ἐπίληψις, σταμάτημα, Ἀριστ. Προβλ. 2. 1. ΙΙ. = ἐπίληψις ΙΙ, σεληνιασμός, Ἱππ. Ἀφ. 1248, Ἀριστ. Ἀποσπ. 331, Θεοφρ. Ἀποσπάσμ. 88. ― Κατ’ εὐφημισμὸν καλεῖται ἱερὰ νόσος, ὁ δὲ Ἱπποκράτης ἔχει ἰδιαιτέραν πραγματείαν περὶ τῆς νόσου ταύτης (Περὶ Ἱερῆς Νόσου 301, ἐν δὲ τῇ ἐκδ. τοῦ Littré τ. 6. σ. 350-398).

French (Bailly abrégé)

ας (ἡ) :
épilepsie.
Étymologie: ἐπιλαμβάνω.

Greek Monolingual

η (AM ἐπιληψία)
πάθηση του εγκεφάλου με κύρια συμπτώματα: σπασμούς εντοπισμένους ή γενικευμένους, απώλεια συνειδήσεως, αισθητηριακές ψευδαισθήσεις και διάφορες ψυχικές διαταραχές
αρχ.
κράτημα, σταμάτημα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < επί + -ληψία (< λήπτης < λαμβάνω), τ. που απαντά μόνον εν συνθέσει (πρβλ. δωρο-ληψία, προσωπο-ληψία)].

Russian (Dvoretsky)

ἐπιληψία:
1) внезапная остановка, задержка (sc. τοῦ πνεύματος Arst.);
2) эпилепсия, тж. эпилептический припадок Arst., Plut.