Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἑταιρέω

Ἔρως ἀνίκατε μάχαν -> O love, invincible in battle!
Sophocles, Antigone, 781
Full diacritics: ἑταιρέω Medium diacritics: ἑταιρέω Low diacritics: εταιρέω Capitals: ΕΤΑΙΡΕΩ
Transliteration A: hetairéō Transliteration B: hetaireō Transliteration C: etaireo Beta Code: e(taire/w

English (LSJ)

   A keep company with, Aeschin.1.13, Phoenicid.4.2 ; τινι with a man, And.1.100, etc.; φιλία ἑταιροῠσα meretricious friendship, Plu. 2.62d; οἱ πολλοὶ αὐτῶν ἡταιρήκασιν Lys. 14.41 ; οὐκέτι φαίνεται μόνον ἡταιρηκώς, ἀλλὰ καὶ πεπορνευμένος Aeschin.1.52.    II Med., = ἑταιρεύομαι, of men, Theopomp.Hist.217b ; of women, Plu. Ant.18.

German (Pape)

[Seite 1046] Buhlerei, Unzucht, bes. Päderastie treiben, von Knaben, die sich Einem dazu vermiethen, παρά τινι μεμισθαρνηκέναι ἐπὶ τῷ σώματι Aesch. 1, 13. 52; ἑνί, Andoc. 1, 100; vgl. Lys. 3, 24. 14, 41 Dem. 24, 181 (Thom. Mag. macht den Unterschied von πορνεύεσθαι, daß dies ὑπὸ τοὺ τυχόντος, jenes ὑπὸ ἐραστοῦ sei). Von Frauen, Luc. D. Meretr. 8, 2; Plut. Pericl. 24; τινί, Ath. XIII, 586 f; – φιλία ἑταιροῦσα, buhlerische, der ἀληθινὴ καὶ σώφρων entgegengesetzt, Plut. de adul. et am. discr. 30.

Greek (Liddell-Scott)

ἑταιρέω: ἐπὶ παιδὸς ἄρρενος ἢ θήλεος, χρησιμεύω πρὸς ἀσελγῆ σκοπὸν ἐπὶ μισθῷ, μισθαρνῶ ἐπὶ τῷ σώματι ἔχων ἐραστήν, Αἰσχίν. κατὰ Τιμάρχ. 5. 2, κ. ἀλλ., Φοινικίδης ἐν Ἀδήλ. 1. 2· τινί, μέ τινα, Ἀνδοκ. 13. 28, κλ.· φιλία ἑταιροῦσα, ψευδής, ἐπίπλαστος ἢ πορνικὴ φιλία, Πλούτ. 2. 62D· πρβλ. πορνεύω, καὶ περὶ τῆς διαφορᾶς μεταξὺ αὐτῶν ἴδε Ἀνδοκ. 8. 16. ΙΙ. Μέσ., = ἑταιρεύομαι, Θεόπομπ. παρ’ Ἀθην. 260Ε. ― Κατὰ τὸν Θωμᾶν Μάγιστρον (σ. 375 κἑξ.) «ἑταιρῶ δὲ... τὸ τοὺς ἄνδρας πάσχειν τὰ τῶν ἑταιρῶν. ἑταιρεῖ μὲν οὖν καὶ πορνεύεται ὁ πασχητιῶν, ἀλλ’ ἑταιρεῖ μὲν ὑπὸ ἐραστοῦ, πορνεύεται δὲ ὑπὸ τοῦ τυχόντος».

French (Bailly abrégé)

-ῶ :
ao. ἡταίρησα, pf. ἡταίρηκα;
faire métier de courtisane ou de prostitué : τινι, être l’amant ou la maîtresse de qqn ; fig. ἑταιροῦσα φιλία PLUT amitié qui se prostitue.
Étymologie: ἑταῖρος.

Greek Monotonic

ἑταιρέω: μέλ. -ήσω (ἑταίρα), κρατώ συντροφιά, κάνω παρέα, συναναστρέφομαι, εκδίδομαι, λέγεται για εταίρες, σε Αισχίν. κ.λπ.

Russian (Dvoretsky)

ἑταιρέω: (aor. ἡταίρησα, pf. ἡταίρηκα) заниматься ремеслом блудницы, (тж. о мужчинах) предаваться распутству Lys., Aeschin., Dem., Luc.: ἑταιροῦσα φιλία Plut. продажная дружба.

Middle Liddell

ἑταιρέω, fut. -ήσω ἑταίρα
to keep company, of courtesans, Aeschin., etc.