Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πορνεύω

Μὴ φῦναι τὸν ἅπαντα νικᾷ λόγον -> Not to be born is, past all prizing, best.
Sophocles, Oedipus Coloneus l. 1225
Full diacritics: πορνεύω Medium diacritics: πορνεύω Low diacritics: πορνεύω Capitals: ΠΟΡΝΕΥΩ
Transliteration A: porneúō Transliteration B: porneuō Transliteration C: porneyo Beta Code: porneu/w

English (LSJ)

   A prostitute, mostly in Pass., of a woman, prostitute herself, be or become a prostitute, Hdt.1.93, Eup.67, Lys.Fr.59; of a man, Aeschin.1.52, 119, D.19.233.    II intr. in Act., = Pass., LXXDe.23.17(18),Luc.Alex.5, Phalar.Ep.121, Harp.s.v.πὠλῶσι; fornicate, 1 Ep.Cor.6.18.    2 metaph., practise idolatry, LXX 1 Ch.5.25, al.

German (Pape)

[Seite 684] zum Hurer od. zur Hure machen, verführen, Sp.; – gew. im med., huren, Unzucht treiben, sich zur Unzucht brauchen lassen; Her. 1, 93; Dem. 19, 233 u. oft; πεπορνευμένη, 59, 107; Aesch. 1, 94 πεπόρνευται, wo vulg. πεπόρνευκε steht, u. oft; Sp., wie Luc. Alex. 5, brauchen auch das act. in dieser Bdtg.

Greek (Liddell-Scott)

πορνεύω: ὡς καὶ νῦν, ἐπὶ ἀνδρὸς καὶ ἐπὶ γυναικός, «πωλῶσι..., Δίδυμός φησι ἀντὶ τοῦ πορνεύωσι· πωλεῖν γὰρ τὸ παρέχειν ἑαυτὴν τοῖς βουλομένοις» Ἁρποκρ. ἐν λ. πωλῶσι· ― Παθ., ἐπὶ γυναικός, γίνομαι πόρνη ἢ εἶμαι πόρνη, παρέχω ἐμαυτὴν τοῖς βολομένοις, Ἡρόδ. 1. 93. Εὔπολις ἐν «Αὐτολύκῳ» 22, Λυσ. Ἀποσπ. 36, Δημ., κλπ.· ἐν Αἰσχίν. 8. 8, 16, ἀντίθετον τῷ ἑταιρεῖν· ἐπὶ ἀνδρός, πεπορνευμένος ὁ αὐτ. 22. 12. ΙΙ. ἀμεταβ. ἐν τῷ ἐνεργ., = τῷ Παθ., Λουκ. Ἀλέξ. 5, Φαλάρ. Ἐπ. 8. ΙΙΙ. συναγελάζομαι μετὰ εἰδωλολατρῶν, πράττω τὰ τῶν εἰδωλολατρῶν, Ἑβδ. (Παρ. α΄, Ε΄, 25, Ψαλμ. ΟΒ΄, 27, κλπ.). ― Ἴδε Κόντον ἐν Ἀθηνᾶς τ. Ε΄, σ. 113 κἑξ., 120-1, 124 κἑξ.

French (Bailly abrégé)

vivre dans la prostitution, faire métier de prostituée ou de prostitué.
Étymologie: πόρνη.

English (Strong)

from πόρνη; to act the harlot, i.e. (literally) indulge unlawful lust (of either sex), or (figuratively) practise idolatry: commit (fornication).

English (Thayer)

1st aorist ἐπόρνευσα; (πόρνος, πόρνη which see); the Sept. for זָנָה; in Greek writings (Herodotus), Demosthenes, Aeschines, Dio Cassius, Lucian, others)
1. to prostitute one's body to the lust of another. In the Scriptures
2. to give oneself to unlawful sexual intercourse; to commit fornication (Vulg. fornicor): WH (rejected) marginal reading).
3. by a Hebraism (see πορνεία, b.) metaphorically, to be given to idolatry, to worship idols: μετά τίνος, to permit oneself to be drawn away by another into idolatry, Revelation 18.

Greek Monolingual

ΝΜΑ πόρνη
1. παρέχω το σώμα μου για σαρκική ηδονή έναντι χρηματικής αμοιβής («μειράκιον μὲν οὖν πάνυ ὡραῑον... ἀνέδην ἐπόρνευε καὶ συνῆν ἐπὶ μισθῷ τοῑς βουλομένοις», Λουκιαν.)
2. μέσ. πορνεύομαι
είμαι ή γίνομαι πόρνη
νεοελλ.
κάνω μια γυναίκα πόρνη, εκπορνεύω, διαφθείρω
αρχ.
1. (για άνδρα) συνευρίσκομαι με πόρνη
2. συναναστρέφομαι με ειδωλολάτρες
3. μέσ. επιδίδομαι σε παρά φύση ερωτική επαφή.

Greek Monotonic

πορνεύω:I. παρέχω τον εαυτό μου, εκδίδομαι — Παθ., λέγεται για γυναίκα, είμαι ή γίνομαι πόρνη, σε Ηρόδ., Δημ. κ.λπ. ΙI. αμτβ. στην Ενεργ., = Παθ., σε Λουκ.

Russian (Dvoretsky)

πορνεύω: тж. med. заниматься проституцией, вести развратную жизнь Her., Aeschin., Dem., Luc., NT.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

πορνεύω [πόρνη] med.-pass. zich prostitueren; van vrouwen; Hdt. 1.93.4; van mannen; Dem. 19.233; later ook act. ontucht plegen; NT 1 Cor. 6.18; overdr. afgoden dienen. NT Apoc. 17.2.

Middle Liddell

πορνεύω,
I. to prostitute:—Pass., of a woman, to be or become a prostitute, Hdt., Dem., etc.
II. intr. in Act., = Pass., Luc. [from πόρνη

Chinese

原文音譯:porneÚw 坡而扭哦
詞類次數:動詞(8)
原文字根:賣淫
字義溯源:行淫,淫亂,姦淫,行姦淫;源自(πόρνη)=娼妓); (πόρνη)出自(πόρνος)=男娼,淫亂),而 (πόρνος)出自(περίψημα)X*=出賣)
同源字:1) (ἐκπορνεύω)一味的行淫 2) (πορνεία)賣淫的行為 3) (πορνεύω)行淫 4) (πόρνη)娼妓 5) (πόρνος)男娼比較: (μοιχεύω)=犯姦淫
出現次數:總共(8);林前(3);啓(5)
譯字彙編
1) 行淫(3) 啓17:2; 啓18:3; 啓18:9;
2) 行姦淫(2) 啓2:14; 啓2:20;
3) 我們⋯行姦淫(1) 林前10:8;
4) 所行的姦淫(1) 林前10:8;
5) 行淫的(1) 林前6:18