Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἐθίζω

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: ἐθίζω Medium diacritics: ἐθίζω Low diacritics: εθίζω Capitals: ΕΘΙΖΩ
Transliteration A: ethízō Transliteration B: ethizō Transliteration C: ethizo Beta Code: e)qi/zw

English (LSJ)

poet. εἰθ-Carm.Aur.35: Att. fut.

   A ἐθιῶ X.Cyr.3.3.53: aor. εἴθισα D.20.68: pf. εἴθικα Pl.Men.70b, X.HG6.1.15:—Pass., fut. ἐθισθήσομαι D.H.4.11: aor. εἰθίσθην Ar.V.512, Hp.Art.41, Pl.Lg.681b: pf. εἴθισμαι E.Med.122 (anap.), Th.1.77; 3pl. εἰθίδαται Hp.Acut.36; late ἤθισμαι IG12(5).662.14 (Syros, ii A.D.): plpf. εἴθιστο X.Ages.11.2: (ἔθος):—accustom, ἐ. αὑτὸν χαίρειν Pl.Grg.510d, cf. Isoc.3.57; τὸ προαιρεῖσθαι . . πότερον ἂν ἐθίζοιμεν X.Mem.2.1.2: c. inf., ἐθίσας ἀεί τι λῄζεσθαι App.Hann.44: c. acc. cogn., ἔθη ἐ. πονηρά Pl.Lg.706d; ἐ. τινὰ ταὐτά X.HG6.1.15; ἐ. τινὰ πρός τι Luc.Anach.20:—Pass., to be or become accustomed or used to do, c. inf., Hp.Art.41, Ar.V.512, Lys. 14.31, Th.1.77, etc.; εἰθισμένος ἀναισχυντεῖν And.2.4: c. acc. cogn., ἐθίζεσθαι ἔθη Pl.Lg.681b; ἐθίζεσθαι σὺν ἔθει τινί X.Cyr.1.6.33 (s.v.l.); ἐθίζεσθαι πρός τι Arist.EN1119a25; τι ib. 1121a23; τινί Thphr.CP5.9.11: abs., καθότι εἴθισται as is the custom, PPetr.3p.116 (iii B.C.); κατὰ τὰ εἰθις μένα BGU1073.12 (iii A.D.), etc.:—in Plu.Lyc.12, Bekk. restored εἰθίζοντο from Porph. for the intr. Act. εἴθιζον.    II intr. in Act., become accustomed, M.Ant.10.22: c. inf., Id.12.2: c.acc., ἔθιζε καὶ ὅσα ἀπογινώσκεις ib.6: with inf. supplied, ὅπως ἀναγραφῇ τὸ ψήφισμα οὗ καὶ τὰ ἄλλα ἐθίζουσιν (sc. ἀναγράψαι) BCH48.370(Thaumaci, i B.C.).

German (Pape)

[Seite 720] fut. att. ἐθιῶ, Xen. Cyr. 3, 3, 53, perf. εἴθικα, Hell. 6, 1, 15, perf. u. aor. pass. εἴθισμαι, εἰθίσθην, ich gewöhne; εὐθὺς ἐκ νέου ἐθ. αὑτὸν τοῖς αὐτοῖς χαίρειν Plat. Gorg. 510 d; so oft mit inf., der auch τό bei sich hat, Xen. Mem. 2, 1, 2; ἔθη πονηρὰ οὐδέποτε ἐθίζειν δεῖ Legg. VI, 706 d; wie ταὐτά τινα Xen. Hell. 6, 1, 15; πρός τι, Luc. Anach. 20. – Pass., gewöhnt werden, perf., gewöhnt, gewohnt sein, s. εἴωθα unter ἔθω; οἷα εἴθισθε ὑμεῖς τῶν ἄλλων ἀκούειν Plat. Apol. 38 e; so c. inf. Thuc. 1, 77 u. Folgde; αἱ εἰθισμέναι τιμωρίαι, die gewohnten, üblichen Strafen, Din. 2, 3; Λακεδαιμόνιοι δὲ τῶν εἰθισμένων ἐποίησάν τι, von dem Gewöhnlichen, Pol. 4, 34, 1. Bei Sp. heißt ἐθίζω auch sich gewöhnen, παίζειν εἴθιζον καὶ σκώπτειν Plut. Lyc. 12.

Greek (Liddell-Scott)

ἐθίζω: ποιητ. εἰθίζω Πυθ. Χρυσᾶ Ἔπη 35: μέλλ. Ἀττ. ἐθιῶ Ξεν. Κύρ. 3. 3, 53: ἀόρ. εἴθισα Δημ. 477. 21: πρκμ. εἴθικα Πλάτ. Μένων 70Β, Ξεν. Ἑλλ. 6. 1, 15: - Παθ.: μέλλ. ἐθισθήσομαι Διον. Ἁλ. 4. 41: ἀόρ. εἰθίσθην Ἀριστοφ. Σοφ. 512, Πλάτ.: πρκμ. εἴθισμαι Εὐρ., κλ., ἤθισμαι Συλλογ. Ἐπιγρ. (προσθῆκαι) 2347k. 14: ὑπερσυντ. εἴθιστο Ξεν. Ἀγησ. 11. 2: (ἔθος). Συνηθίζω, κάμνω τινὰ νὰ συνηθίσῃ, ἐθ. τινὰ ποιεῖν τι Πλάτ. Γοργ. 510D, κτλ.· ἐνίοτε, ἐθίζειν τινὰ τὸ ποιεῖν Ξεν. Ἀπομν. 2. 1. 2, κτλ.· - μετὰ συστοίχ. αἰτ., ἔθη ἐθ. τινὰ Πλάτ. Νόμ. 706D· ἐθ. τινὰ ταὐτὰ Ξεν. Ἑλλ. 6. 1, 15· ἐθ. τινὰ πρός τι Λουκ. Ἀνάχ. 20: - Παθ., εἶμαι συνειθισμένος ἢ συνηθίζω, μετ’ ἀπαρ., Ἱππ. π. Ἄρθρ. 807, Θουκ. 1. 77, κτλ.· εἰθισμένος ἀναισχυντεῖν Ἀνδοκ. 20. 16· μετὰ συστοίχ. αἰτ., ἐθίζεσθαι ἔθος Πλάτ. Νόμ. 681Β· ἐθίζεσθαι σὺν ἔθει τινὶ Ξεν. Κύρ. 1. 6. 33· ἐθίζεσθαι πρός τι Ἀριστ. Ἠθ. Ν. 3. 12, 2, κ. ἀλλ.· τι αὐτόθι 4. 1, 31, κ. ἀλλ.· τινὶ Θεοφρ. π. Φυτ. Αἰτ. 5. 9, 11: - Ἐν Πλουτ. Λυκούργῳ 12 ὁ Βεκκῆρος τίθησιν εἰθίζοντο ἀντὶ τοῦ ἀμεταβ. ἐνεργ. εἴθιζον.

French (Bailly abrégé)

f. ἐθίσω, att. ἐθιῶ ; ao. εἴθισα, p. εἴθικα;
Pass. f. ἐθισθήσομαι, ao. εἰθίσθην, pf. εἴθισμαι, pqp. εἰθίσμην;
1 tr. habituer, accoutumer : τινά τι, τινα πρός τι, qqn à qch ; τοὺς μετ’ αὐτοῦ δὲ ταὐτὰ εἴθικεν XÉN à ceux qui étaient avec lui il donna les mêmes habitudes ; σὺν τοιούτῳ ἔθει ἐθισθέντες XÉN ayant pris une telle habitude ; pf. εἴθισμαι, avoir été habitué, avoir l’habitude de, être accoutumé à, avec l’inf. ; part. εἰθισμένος, η, ον en parl. de choses dont on a l’habitude, habituel : παλαιὰ καὶ εἰθισμένα καὶ ἔννομα XÉN choses anciennes, accoutumées et régulières ; en parl. de pers. qui a pris l’habitude de, accoutumé à, inf.;
2 intr. s’habituer à, avec l’inf..
Étymologie: ἔθος.

Spanish (DGE)

• Alolema(s): poét. εἰθίζω Carm.Aur.35

• Morfología: [fut. act. 3 pl. ἐθιοῦσι X.Cyr.3.3.53; aum. y red. εἰθ-, pero perf. med. 1a sg. ἤθισμαι IG 12(5).662.14 (Siros II d.C.), 3a plu. εἰθίδαται Hp.Acut.36]
I c. suj. de pers. o anim.
1 tr., c. ac. de pers. o anim. acostumbrar, habituar
a) c. inf. εἴθιζον τοὺς παῖδας ἄρχεσθαι καὶ τὸ κελευόμενον ποιεῖν Antipho Soph.B 61, cf. Democr.B 146, ἔθιζε σεαυτὸν εἶναι μὴ σκυθρωπὸν ἀλλὰ σύννουν acostúmbrate a no ser de aspecto tristón sino serio Isoc.1.15, ἐπ' ἐκείναις ταῖς διατριβαῖς ἔθιζε σαυτὸν χαίρειν Isoc.2.29, cf. 3.57, ὑμᾶς ἐπιορκεῖν Pl.Ap.35c, ἐθίζειν τὴν ψυχὴν ... γίγνεσθαι πρὸς τὸ ἰᾶσθαι Pl.R.604c, ἐθίζειν αὑτὸν τοῖς αὐτοῖς χαίρειν Pl.Grg.510d, cf. X.Mem.2.1.2, D.8.33, D.S.13.31, D.Chr.20.13, (τοὺς ἀνθρώπους) τοῖς τοιούτοις εὐτάκτως καὶ κοσμίως ἐθίζειν χρῆσθαι Ath.363d, λαλεῖν Aristid.Or.3.64, ἐθίζουσα (τὰ τέκνα) οὗ δεῖ ποιεῖσθαι τὰς ἀποφυγάς Arist.HA 611a20, en v. pas. κατὰ νόμους γεγραμμένους ἐθισθήσονται ζῆν se les acostumbrará a vivir según leyes escritas D.H.4.11, raro c. suj. de cosa ὁ λίθος φύσει κάτω φερόμενος οὐκ ἂν ἐθισθείη ἄνω φέρεσθαι Arist.EN 1103a21, frec. en part. med. οἱ δὲ εἰθισμένοι πρὸς ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ ἴσου ὁμιλεῖν Th.1.77, ἄνθρωποι εἰθισμένοι ὑγιαίνειν τῇ γνώμῃ Critias B 39, εἰθισμέναι ... αἴρειν τὰ σκέλη Ar.Ec.265, cf. 238, V.512, ἀναισχυντεῖν And.2.4, cf. Arist.Pol.1269a15, (τοῦτο τὸ γένος) εἰθισμένον γὰρ δεδυκὸς ... ζῆν acostumbrado (el género femenino) a llevar una vida retirada Pl.Lg.781c, διατρίβειν ἀκόλαστοι καὶ συνουσιάζειν καὶ πίνειν εἰθισμένοι Theopomp.Hist.62, τοὺς εἰθισμένους παρευτακτεῖν Plb.5.56.7, cf. Gal.5.485, Aristid.Quint.133.20;
b) c. dat. o giro prep. ὅρκῳ μὴ ἐθίσῃς τὸ στόμα σου LXX Si.23.9, ψυχὴν ἔθιζε πρὸς τὰ χρηστὰ πράγματα Men.Mon.842, ἄλλως δὲ πρὸς τοὺς πόνους καὶ τὰ σώματα ἐθίζοντες Luc.Anach.20, cf. I.Ap.2.173, Sext.Sent.129, en v. pas. ἐθισθῆναι πρὸς αὐτά Arist.EN 1119a25, σὺν τοιούτῳ ἔθει ἐθισθέντες acostumbrados a semejante hábito X.Cyr.1.6.33, εἰθισμένοι καὶ πεπαιδευμένοι ἐν τῇ πολιτείᾳ Arist.Pol.1310a16;
c) c. pron. neutr. καὶ τοὺς μεθ' αὑτοῦ δὲ ταῦτα εἴθικεν X.HG 6.1.15, en v. pas. εἰ δὴ τοῦτο ἐθισθείη Arist.EN 1121a23;
d) sólo c. ac. de anim. o pers. crear el hábito, casi como sinón. de adiestrar τῶν βοῶν τοὺς τομίας ἐθίζουσι, καὶ καθιστᾶσι τῶν βοῶν ἡγεμόνας adiestran a los bueyes castrados y los ponen de cabestros de la manada Arist.HA 575b1, en v. pas. νῦν δ' οὐκ ἐθισθεὶς ταῦτ' ἐπίσταμαι μὲν οὖ Diog.Fr.7.9.
2 adquirir el hábito, tener por costumbre c. inf. ἀνὴρ ... ἐθίσας αἰεί τι λῄζεσθαι App.Hann.44, ἐὰν δὲ καὶ σὺ τοῦτο ἐθίσῃς ποιεῖν M.Ant.12.2, c. ac. int. ἔθη ... πονηρὰ οὐδέποτ' ἐθίζειν δεῖ no conviene nunca que tomen malos hábitos (los marineros), Pl.Lg.706d, πάντα γὰρ ὅσα δυνατὸν ἐθίζειν todos cuantos hábitos puedan adquirir Arist.Pol.1336a18, ἔθιζε καὶ ὅσα ἀπογινώσκεις M.Ant.12.6
abs., perf. act. καὶ ἤδη εἴθικας y ya estás acostumbrado M.Ant.10.22
abs., οἱ ἐθίσαντες los que tienen la costumbre del uso de una lengua, los usuarios Pl.Cra.384d.
II c. suj. gener. abstr. o en uso impers.
1 habituar, crear la costumbre de sólo c. inf. (τὸ θηρᾶν) πρῳὶ ἀνίστασθαι ἐθίζει (la caza) crea el hábito de levantarse temprano X.Cyr.1.2.10, cf. Oec.5.4, Eq.7.13, (ὁ νόμος) ἐθίζει κακοπαθεῖν Ph.2.281
frec. en enunciados cien. τὸ τοῦ χρώματος αἱματῶδες τῆς τοῦ αἵματος ῥύσεως ἐθίζει καταφρονεῖν el color rojo sangre (de la ropa) hace acostumbrarse a desdeñar el derramamiento de (la) sangre (propia, en la batalla), Arist.Fr.542, εἴθισε γὰρ ἡ ὄψις ἀεὶ τῷ ἀέρι προσομιλεῖν Alex.Aphr.Pr.1.39.
2 part. perf. pas. acostumbrado, habitual χρόνος δ' αὐταῖς οὐκ ἔστιν εἰθισμένος Arist.HA 625b22, ἡ παρ' αὐτοῖς εἰθισμένη τάξις la táctica habitual entre ellos Plb.2.3.2, cf. 28.2, ἡ εἰθισμένη ἀπάντησις LXX 2Ma.14.30, ταῖς ἠθισμέναις ἡμέραις IG 12(5).662.14 (Siros II d.C.)
neutr. subst. τὸ εἰθισμένον ὥσπερ πεφυκὸς ἤδη γίγνεται Arist.Rh.1370a6, τῶν εἰθισμένων τι πεποιηκέναι Plb.4.16.2.
3 en el ámbito jur. e institucional acostumbrar, hacer consuetudinario, sentar como precedente οὐδ' ἐθίζειν εἶναι γραφὰς περὶ ὧν ἰδίας δίκας οἱ νόμοι πεποιήκασιν ni que se instaure la costumbre de hacer juicios públicos en casos en que las leyes hacen juicios privados Is.11.32, c. inf. elípt. ὅπως ἀναγραφῇ τὸ ψήφισμα ... οὗ κ[αὶ τὰ ἄλ] λα ἐθίζουσι que se inscriba el decreto donde acostumbran (inscribir) también los demás, SEG 3.468.14 (Tesalia I a.C.), tb. en v. med. τοιαῦτα ἐθίζεσθαι ποιεῖν τὴν βουλήν Lys.22.2.
III en v. med.-pas.
1 acostumbrarse
a) c. inf. ἐφ' ὁποῖα ἂν ἐθισθέωσι κεκλίσθαι del lado del que se hayan acostumbrado a estar echados Hp.Art.41, τὸ γὰρ εἰθίσθαι ζῆν ἐπ' ἴσοισιν κρεῖσσον E.Med.122, ἵνα μὴ ἐθιζώμεθα ... προαρπάζειν ἀλλήλων τὰ λεγόμενα Pl.Grg.454c, ἵν' ... ἡ ψυχὴ ... μὴ ἐναντία χαίρειν ... ἐθίζηται τῷ νόμῳ Pl.Lg.659d, εἴθισται λέγειν Lys.14.31, δεῖ οὖν ἐθισθῆναι ἕκαστα ἀκριβῶς κρίνειν Aristox.Harm.42.13, ὀλίγον ἐθίζονται προσφέρεσθαι se acostumbran a tomar poco (de cierta comida), Mnesith.Ath.27b.12, cf. Plb.4.20.8, παίζειν εἰθίζοντο καὶ σκώπτειν ἄνευ βωμολοχίας Plu.Lyc.12, cf. Philostr.VA 7.39, ἐὰν τὰς σχέσεις ἐθίζῃ θεωρεῖν Epict.Ench.30, ἐθίζεσθαι μὴ ἀκολάστως ἐσθίειν D.L.8.34, cf. Carm.Aur.l.c., μηδ' ἐθίζου νῦν λέγειν Ar.Ec.192
en perf. y plusc. acostumbrar, tener la costumbre εἴθιστο δὲ φοβούμενος μὲν ἱλαρὸς φαίνεσθαι, εὐτυχὼν δὲ πρᾷος εἶναι X.Ages.11.2, εἰθίσμεθα φάναι καὶ ἀπαρνεῖσθαι Pl.Tht.165a, εἴθισται δ' ἄγειν τοὺς νεβροὺς ἐπὶ τοὺς σταθμούς Arist.HA 578b20;
b) abs. τοῦτο δὲ ποιοῦσι τοῦ ἐθίζεσθαι ἕνεκα eso lo hacen para acostumbrarse X.Cyr.1.2.11, cf. Arr.Epict.3.8.4, ὡς εἴθισμαι como acostumbro, PMeyer 73.1 (II a.C.);
c) c. ac. int. ἐθίζεσθαι ἤθη Pl.Lg.681b
c. pron. neutr. τοῦτο Arist.EN 1121a23.
2 ser la costumbre, ser usual βρώματα, ἃ εἰθίδαται alimentos a los que se está acostumbrado, usuales Hp.Acut.36, καθότι εἴθισται según costumbre, según el uso, como es consuetudinario, PPetr.3.57.(b).16 (III a.C.), ἱερουργίαν συντ[ελε] ῖσθαι καθὼς ἐθίζεται τῷ <θε>ῷ Didyma 199.8 (II a.C.)
frec. en part. acostumbrado, habitual, consuetudinario αἱ εἰθισμέναι προσαγγελίαι PFay.12.9 (II a.C.), κατὰ τὸ εἰθισμένον τοῦ νόμου Eu.Luc.2.27, κατὰ τὰ εἰθισμένα PAgon.2.12 (III d.C.)
ref. al culto acostumbrado, según el uso tradicional καθάπερ καὶ ἐπὶ τῷ Ἄπει ... εἰθισμένον ἐστιν γίγνεσθαι como es tradicional que se haga para Apis, OGI 56.54 (Tanis III a.C.), cf. 90.18 (Roseta II a.C.), τὰ ἐθιζόμενα γέρα SEG 39.1135.26 (Olimo II a.C.).

English (Strong)

from ἔθος; to accustom, i.e. (neuter passive participle) customary: custom.

English (Thayer)

(ἔθος, which see); to accustom; passive to be accustomed; perfect preposition τό εἰθισμένον, usage, custom: τοῦ νόμου, prescribed by the law, Euripides, (Aristophanes), Thucydides, Xenophon, Plato, others.)

Greek Monolingual

(AM ἐθίζω, Α ποιητ. εἰθίζω) έθος
1. συνηθίζω κάποιον σε κάτι, κάνω κάποιον να συνηθίσει κάτι
2. (γ' πρόσ.) εἴθισται
επικρατεί συνήθεια
3. (ενεργ. αμτβ.) αποκτώ τη συνήθεια.

Greek Monotonic

ἐθίζω: Αττ. μέλ. ἐθιῶ, αόρ. αʹ εἴθισα, παρακ. εἴθικα — Παθ. αόρ. αʹ εἰθίσθην, παρακ. εἴθισμαι (ἔθοςσυνηθίζω, ἐθ. τινὰ ποιεῖν τι, σε Πλάτ., Ξεν. — Παθ., είμαι συνηθισμένος, εξοικειώνομαι, συνηθίζω να κάνω, με απαρ., σε Θουκ.

Russian (Dvoretsky)

ἐθίζω: (fut. ἐθίσω - атт. ἐθιῶ, aor. εἴθισα, pf. εἴθικα; pass.: aor. εἰθίσθην, pf. εἴθισμαι)
1) приучать (τινά τι Xen., τινὰ πρός τι Luc. и τινὰ ποιεῖν τι Isocr., Plat., Arst.): τοῦτο τὸ ἔθος ὑμᾶς εἴθικεν ἀφόβως ἀποκρίνεσθαι Plat. он привил вам привычку бесстрашно отвечать;
2) преимущ. pass. приучаться, привыкать, свыкаться (τι Xen., Plat., Arst., πρός τι Arst., σύν τινι Xen. и ποιεῖν τι Xen., Plat., Arst., Plut.): παλαιὰ καὶ εἰθισμένα καὶ ἔννομα Xen. старое, привычное и узаконенное; τὸ εἰθισμένον ὥσπερ πεφυκὸς ἤδη γίγνεται Arst. привычка становится как бы природой; ὁ νότος εἴθισται εἰς τὰ ἐναντία μεταβάλλειν Arst. нот (южный ветер) обыкновенно меняет свое направление на противоположное.

Middle Liddell

ἔθος
to accustom, use, ἐθ. τινὰ ποιεῖν τι Plat., Xen.:—Pass. to be or become accustomed or used to do, c. inf., Thuc.

Chinese

原文音譯:™q⋯zw 誒提索
詞類次數:動詞(1)
原文字根:(成為)習常(的)
字義溯源:習慣於,通常,規矩;源自(ἔθος)=習慣);而 (ἔθος)出自(ἔθω / εἴωθα)*=通常)
出現次數:總共(1);路(1)
譯字彙編
1) 規矩(1) 路2:27