Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἠθαλέος

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Full diacritics: ἠθᾰλέος Medium diacritics: ἠθαλέος Low diacritics: ηθαλέος Capitals: ΗΘΑΛΕΟΣ
Transliteration A: ēthaléos Transliteration B: ēthaleos Transliteration C: ithaleos Beta Code: h)qale/os

English (LSJ)

η, ον, (ἦθος)

   A accustomed, εὐναί Opp.C.2.307; [ταῦροι] ib. 88, cf. Epigr.Gr.1035.23 (Pergam.).

German (Pape)

[Seite 1156] gewohnt, ἠθαλέας τ' εὐνὰς φίλιόν τε νάπαισι μέλαθρον Opp. Cyn. 2, 306; ἠθαλέοι μερόπεσσιν, gewöhnt an, 2, 88.

Greek (Liddell-Scott)

ἠθᾰλέος: -α, -ον, (ἦθος) εἰθισμένος, συνήθης, εὐναί Ὀππ. Κ. 2. 88, 307· ἐπὶ προσώπου, φιλικός, Συλλ. Ἐπιγρ. 3538. 23.

Greek Monolingual

ἠθαλέος, -η, -ον (Α)
1. συνηθισμένος
2. (για ζώα) τιθασευμένος, εξημερωμένος, ήμερος («ἠθαλέοι ταῡροι», Οππ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < ήθος + κατάλ. -αλέος (πρβλ. νυστ-αλέος, φρικ-αλέος)].