Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἰδιαίτερος

Ἢ τὰν ἢ ἐπὶ τᾶς -> Either with this or on this | Come back victorious or dead
Plutarch, Moralia 241
Full diacritics: ἰδῐαίτερος Medium diacritics: ἰδιαίτερος Low diacritics: ιδιαίτερος Capitals: ΙΔΙΑΙΤΕΡΟΣ
Transliteration A: idiaíteros Transliteration B: idiaiteros Transliteration C: idiaiteros Beta Code: i)diai/teros

English (LSJ)

ἰδῐ-ατος, Comp. and Sup. of ἴδιος (q.v.).

German (Pape)

[Seite 1235] ἰδιαίτατος, s. ἴδιος.

Greek (Liddell-Scott)

ἰδιαίτερος: -ατος, Συγκρ. καὶ Ὑπερθ. τοῦ ἴδιος, ὃ ἴδε.

Greek Monolingual

-η, -ο, θηλ. και ιδιαιτέρα (ΑΜ ἰδιαίτερος, -έρα, -ον)
1. αυτός που ανήκει ή αρμόζει σε κάποιον (α. «ιδιαίτερη κατοικία» β. «ιδιαίτερη πατρίδα» — ο τόπος γέννησης
γ. «ἔνιαι τῶν αἰσθήσεων ἐν τῇ κεφαλῇ τοῑς ζῴοις εἰσὶ, τοῡτο δ' ὁρῶντες ἰδιαίτερον ὂν τῶν ἄλλων μορίων», Αριστοτ.)
2. ο ξεχωριστός, ο εξαίρετος («ιδιαίτερες ικανότητες»)
νεοελλ.
1. ο προσεγμένος, ο φροντισμένος («ιδιαίτερες περιποιήσεις»)
2. ο μη κοινός με άλλους, ο χωριστός («ιδιαίτερο υπόμνημα»)
3. το αρσ. και θηλ. ως ουσ. ο ιδιαίτερος, η ιδιαιτέρα
προσωπικός αποκλειστικά γραμματέας αξιωματούχου, συνήθως υπουργού
4. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τα ιδιαίτερα
προσωπικές υποθέσεις, ατομικές υποθέσεις («μην ανακατεύεσαι στα ιδιαίτερά μου»).
επίρρ...
ιδιαιτέρως και ιδιαίτερα
1. χωριστά από τους άλλους, μεμονωμένα («θέλω να σού μιλήσω ιδιαιτέρως»)
2. εξαιρετικά («τον εκτιμά ιδιαιτέρως»).
[ΕΤΥΜΟΛ. < ίδιος + κατάλ. συγκρ. βαθμού -αιτερος (αντί -οτερος / -ωτερος), πρβλ. ησυχ-αίτερος, παλ-αίτερος].

Greek Monotonic

ἰδιαίτερος: -ατος, ανωμ. συγκρ. και υπερθ. του ἴδιος.

Russian (Dvoretsky)

ἰδιαίτερος: и ἰδιώτερος 3 compar. к ἴδιος.