Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὀνοματώδης

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: ὀνομᾰτώδης Medium diacritics: ὀνοματώδης Low diacritics: ονοματώδης Capitals: ΟΝΟΜΑΤΩΔΗΣ
Transliteration A: onomatṓdēs Transliteration B: onomatōdēs Transliteration C: onomatodis Beta Code: o)nomatw/dhs

English (LSJ)

ες,

   A of the nature of a name: λόγος ὀ. a nominal definition, Arist.AP0.93b31.

German (Pape)

[Seite 349] ες, namenartig, substantivisch, Arist. an. post. 2, 10 u. Sp.

Greek (Liddell-Scott)

ὀνομᾰτώδης: -ες, (εἶδος) ὅμοιος πρὸς ὄνομα, λόγος ὀνοματώδης, ὁρισμὸς ὀνοματικός, Ἀριστ. Ἀναλ. Ὕστ. 2. 10, 2.

Greek Monolingual

-ες (Α ὀνοματώδης, -ῶδες) όνομα
1. ο κατά το είδος, κατά τη μορφή του ονόματος, της λέξης
2. φρ. «ὀνοματώδης ὁρισμός» — ορισμός που απορρέει από την ετυμολογική μόνον υφή της λέξης, επομένως ατελής, διότι δεν περιέχει το ουσιώδες περιεχόμενο της αντίστοιχης έννοιας, λ.χ. μεγαλοψυχία σημαίνει το να έχει κανείς μεγάλη ψυχή
αρχ.
αυτός που είναι όμοιος με όνομα, ονοματικός.

Russian (Dvoretsky)

ὀνομᾰτώδης: похожий на название, имеющий характер имени: λόγος ὀ. Arst. номинальное высказывание, т. е. определение через раскрытие того, что содержится в самом названии.