Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ατελής

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

Greek Monolingual

-ές (AM ἀτελής, -ές) τέλος
1. αυτός που δεν έχει ολοκληρωθεί, ημιτελής, ασυμπλήρωτος
2. εκείνος που δεν έχει πλήρη ανάπτυξη, ελαττωματικός
3. αυτός που είναι απαλλαγμένος από φόρους, ο αφορολόγητος
μσν.
1. (για διαθήκη) άκυρος
2. (για πρόσωπο) που δεν έχει όλα τα δικαιώματά του
αρχ.
1. αυτός που δεν έχει πραγματοποιηθεί, ο ανεκτέλεστος
2. ο χωρίς αποτέλεσμα, άσκοπος
3. ακέραιος, σώος
4. αυτός που δεν τελειώνει ποτέ, ατέλειωτος
5. αόριστος, ακαθόριστος
6. αυτός που είναι απαλλαγμένος από εισφορές
7. (για χρηματικά ποσά) χωρίς κρατήσεις, ακέριος
8. ανέξοδος, μη δαπανηρός
9. αμύητος
10. άγαμος, μόνος
11. ανίκανος για κάτι
12. φρ. «ἀτελῆ ποιῶ τινα» — ευνουχίζω.