Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὀξίζω

Σκιᾶς ὄναρ ἄνθρωπος -> Man is a dream of a shadow
Pindar, Pythian 8.95f.
Full diacritics: ὀξίζω Medium diacritics: ὀξίζω Low diacritics: οξίζω Capitals: ΟΞΙΖΩ
Transliteration A: oxízō Transliteration B: oxizō Transliteration C: oksizo Beta Code: o)ci/zw

English (LSJ)

   A taste or smell like vinegar, Dsc.1.115.2,5.6, Gp.3.7.1 (= interpol. in Dsc.2.96, with -ύσῃ), Archig. ap. Cal.13.218, etc.

German (Pape)

[Seite 351] (ὄξος), Essiggeschmack haben, sauer werden, Sp. – Vgl. über die Bildung des Wortes Lob. zu Phryn. 210.

Greek (Liddell-Scott)

ὀξίζω: (ὄξος) ἔχω τὴν γεῦσιν ὄξους, ἐπὶ οἴνου, Διοσκ. 5. 12, κτλ.· ἐν τοῖς Ἀντιγράφ. ἐνίοτε ὀξύζω, ἴδε Λοβ. εἰς Φρύν. 210.

Greek Monolingual

ὀξίζω και ὀξύζω (ΑΜ) όξος
1. (ιδίως για κρασί) έχω τη γεύση ή τη μυρωδιά ξιδιού, έχω ξινάδα, ξινίζω
2. επεξεργάζομαι κάτι με την προσθήκη ξιδιού («πόδας χοίρου ὀξίσας», Βί. Αισ.).