Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὀφειλή

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho
Full diacritics: ὀφειλή Medium diacritics: ὀφειλή Low diacritics: οφειλή Capitals: ΟΦΕΙΛΗ
Transliteration A: opheilḗ Transliteration B: opheilē Transliteration C: ofeili Beta Code: o)feilh/

English (LSJ)

ἡ,

   A debt, X.Vect. (ap.EM644.3), Ostr.Bodl.i 311 (iii B. C.), BGU1158.18 (i B. C.), 112.11 (i A. D.), al., Ev.Matt.18.32.    2 one's due, Ep.Rom.13.7, 1 Ep.Cor.7.3.

German (Pape)

[Seite 424] ἡ, die Schuld, Schuldigkeit, N. T.; E. M. citirt es aus Xen.; vgl. Lob. zu Phryn. 90.

Greek (Liddell-Scott)

ὀφειλή: ἡ, χρέος, Εὐαγγ. κ. Ματθ. ιη΄, 32· τὸ ὀφειλόμενον εἴς τινα, Ἐπιστ. πρ. Ρωμ. ιγ΄, 7, Α΄ Ἐπιστ. πρ. Κορινθ. Ζ΄, 3.

French (Bailly abrégé)

ῆς (ἡ) :
dette.
Étymologie: ὀφείλω.

English (Strong)

from ὀφείλω; indebtedness, i.e. (concretely) a sum owed; figuratively, obligation, i.e. (conjugal) duty: debt, due.

English (Thayer)

ὀφειλης, ἡ (ὀφείλω), that which is owed; properly, a debt: dues: conjugal duty (R. V. her due), G L T Tr WH. Found neither in the Greek O. T. nor in secular authors; cf. Lob. ad Phryn., p. 90.

Greek Monolingual

η (ΑΜ ὀφειλή)
1. ό,τι οφείλει κάποιος, χρέος
2. καθήκον, υποχρέωση («ἀπόδοτε οὖν πᾱσι τὰς ὀφειλάς», ΚΔ)
νεοελλ.
(νομ.) η υποχρέωση για παροχή.
[ΕΤΥΜΟΛ. Υποχωρ. σχηματ. από το ρ. ὀφείλω.

Greek Monotonic

ὀφειλή: ἡ (ὀφείλω), οφειλή, χρέος, σε Καινή Διαθήκη· καθήκον, στο ίδ.

Russian (Dvoretsky)

ὀφειλή: ἡ NT = ὀφείλημα.

Middle Liddell

ὀφειλή, ἡ, ὀφείλω
a debt, NTest.:— one's due, NTest.