Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὑψόθεν

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12
Full diacritics: ὑψόθεν Medium diacritics: ὑψόθεν Low diacritics: υψόθεν Capitals: ΥΨΟΘΕΝ
Transliteration A: hypsóthen Transliteration B: hypsothen Transliteration C: ypsothen Beta Code: u(yo/qen

English (LSJ)

Boeot. οὑψόθεν prob. in Corinn.Supp.1.32, Adv.: (ὕψος):—

   A from on high, from above, Il.11.53, 15.18, Hes.Th.704, Pi. P.8.81, A.Supp.175 (lyr.), Fr.275, E.Ba.1111, Fr.420.3; ὑ. ἐκ κορυφῆς Od.2.147; ἐκ πέτρης 17.210: rare in Prose, καθορῶντες ὑ. τὸν τῶν κάτω βίον Pl.Sph.216c.    II = ὑψοῦ, aloft, on high, ὁ ὑ. σκοπός A. Supp.381 (lyr.); τὰ ὑ., opp. τὰ ἔνερθε, AP12.97 (Antip.).    2 c. gen., above, over, Pi.O.3.12, Arat.26, A.R.2.806, IG22.4225.2.

Greek (Liddell-Scott)

ὑψόθεν: Ἐπίρρ.· (ὕψος)· ― ἐκ τοῦ ὕψους, ἄνωθεν, Λατ. desupeer, Ἰλ. Λ. 53, Ο. 18, Ἡσ. Θεογ. 704, Πινδ. Π. 8. 117, Αἰσχύλ. Ἱκ. 173, Ἀποσπ. 270, Εὐρ., κλπ.· ὑψ. ἐκ κορυφῆς Ὀδ. Β. 147· ἐκ πέτρης Ρ. 210· σπάνιον παρὰ πεζογράφοις, καθορῶντες ὑ. τὸν τῶν κάτω βίον Πλάτ. Σοφιστ. 216C. ΙΙ. ὡς τὸ ὑψοῦ, ὑψηλά, ἐν τῷ ὕψει, Αἰσχύλ. Ἱκ. 381, Ἀνθ. Παλ. 12. 97. 2) μετὰ γεν., ὑπεράνω, ἐπάνω, Πινδ. Ο. 3. 21, Ἑλλ. Ἐπιγράμμ. 912.

French (Bailly abrégé)

adv.
1 d’en haut;
2 en haut.
Étymologie: ὕψος, -θεν.

English (Autenrieth)

from on high, aloft.

English (Slater)

ὑψόθεν
   a adv., from above τέτρασι δ' ἔμπετες ὑψόθεν σωμάτεσσι (of a wrestler) (P. 8.81)
   b prep. c. gen., high on ᾧτινι γλεφάρων Αἰτωλὸς ἀνὴρ ὑψόθεν ἀμφὶ κόμαισι βάλῃ γλαυκόχροα κόσμον ἐλαίας (O. 3.12)
   c frag. ]ὑψόθεν[ (Pae. 3.11)

Greek Monolingual

και βοιωτ. τ. οὑψόθεν Α
επίρρ.
1. από ψηλά, άνωθεν («καθορῶντες ὑψόθεν τὸν τῶν κάτω βίον», Σοφ.)
2. υψηλά, ψηλά
3. (με γεν.) επάνω.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ὕψι «ψηλά» + επιρρμ. κατάλ. -ό-θεν (βλ. λ. -θε), πρβλ. τηλ-ό-θεν, χαμ-ό-θεν].

Greek Monotonic

ὑψόθεν: (ὕψος), επίρρ.,
I. από ύψος, από ψηλά, από επάνω, άνωθεν, Λατ. desuper, σε Ομήρ. Ιλ., Ησίοδ.
II. όπως το ὑψοῦ,
1. υψηλά, ψηλά, στα ύψη, σε Ανθ.
2. με γεν., υπεράνω, επάνω, σε Πίνδ.

Russian (Dvoretsky)

ὑψόθεν:
I adv.
1) с высоты, сверху Hom., Hes., Pind., Aesch., Eur.;
2) в вышине, вверху: τά τ᾽ ἔνερθε τά θ᾽ ὑ. Anth. то, что внизу, и то, что вверху.
II praep. cum gen. над (ὑ. τινός Pind.).

Middle Liddell

ὕψος
I. from on high, from aloft, from above, Lat. desuper, Il., Hes.
II. like ὑψοῦ, high, aloft, on high, Anth.
2. c. gen. above, over, Pind.