σταδαῖος: Difference between revisions

From LSJ

ἀλλ' ἐσθ' ὁ θάνατος λοῖσθος ἰατρός κακῶν → but death is the ultimate healer of ills

Source
(4)
(1b)
Line 30: Line 30:
{{elru
{{elru
|elrutext='''στᾰδαῖος:''' <b class="num">1)</b> прямо держащийся, выпрямленный: [[σταδαῖος]] [[ἧσται]] Aesch. он сидит прямо; ἔγχη σταδαῖα Aesch. отвесно стоящие копья;<br /><b class="num">2)</b> стойкий, устойчивый ([[σῶμα]], sc. ὁ [[κύβος]] Plat.).
|elrutext='''στᾰδαῖος:''' <b class="num">1)</b> прямо держащийся, выпрямленный: [[σταδαῖος]] [[ἧσται]] Aesch. он сидит прямо; ἔγχη σταδαῖα Aesch. отвесно стоящие копья;<br /><b class="num">2)</b> стойкий, устойчивый ([[σῶμα]], sc. ὁ [[κύβος]] Plat.).
}}
{{mdlsj
|mdlsjtxt=στᾰδαῖος, η, ον [[στάδην]]<br />[[standing]] [[erect]] or [[upright]], Aesch.; στ. ἔγχη pikes for [[close]] [[fight]], opp. to missiles (cf. [[στάδιος]] 1), Aesch.
}}
}}

Revision as of 01:05, 10 January 2019

Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: στᾰδαῖος Medium diacritics: σταδαῖος Low diacritics: σταδαίος Capitals: ΣΤΑΔΑΙΟΣ
Transliteration A: stadaîos Transliteration B: stadaios Transliteration C: stadaios Beta Code: stadai=os

English (LSJ)

α, ον, (στάδην)

   A standing erect or upright, Ζεὺς σ., in act to hurl his bolt, A.Th.513; ἔγχη σ. pikes for close fight, opp. missiles (cf. στάδιος 1.1), Id.Pers.240; σ. σῶμα firm, steady, of the cube, Ti. Locr.98c; βάθος βραδὺκαὶ σ., of water, Aristid.Quint.2.9; σταδαία πάλη, μάχη, prob.l. in Philostr.VS1.22.4, J.BJ6.2.6, for σταδιαία; μάχη σ. v.l. in Th.4.38, for σταδία.

German (Pape)

[Seite 926] gerade od. aufrecht stehend; Ζεύς, als Wappen auf dem Schilde, Aesch. Spt. 495; σῶμα, Tim. Locr. 98 c; ἔγχη σταδαῖα, Waffen, mit denen man in offener Feldschlacht, ἐν σταδίᾳ μάχῃ, kämpft, Aesch. Pers. 236; μέλος, sanftes, ruhig gehendes Lied, Hesych.

Greek (Liddell-Scott)

στᾰδαῖος: -α, -ον, (στάδην) ὁ ἱστάμενος ὄρθιος, Ζεὺς στ., ἕτοιμος νὰ ἐξακοντίσῃ τὸν κεραυνόν του, Αἰσχύλ. Θήβ. 513˙ στ. ἔγχη, δόρατα πρὸς τὴν ἐκ τοῦ συστάδην μάχην, κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς τὰ μακρόθεν βαλλόμενα (πρβλ. στάδιος Ι), ὁ αὐτ. ἐν Πέρσ. 240˙ στ. σῶμα, σταθερόν, εὐσταθές, ἐπὶ τοῦ κύβου, Τίμ. Λοκρ. 98C, Ἡσύχ.

French (Bailly abrégé)

α, ον :
qui convient à l’attitude droite : σταδαῖα ἔγχη ESCHL armes pour combattre de pied ferme ; Ζεὺς σταδαῖος ESCHL Zeus qui préside aux combats de pied ferme.
Étymologie: στάδην.

Greek Monolingual

-αία, -ον, Α
1. αυτός που στέκεται όρθιος («...Ζεὺς πατὴρ ἐπ' ἀσπίδος σταδαῑος ἧσται», Αισχύλ.)
2. φρ. α) «ἔγχη σταδαῑα» — δόρατα με τα οποία γινόταν η μάχη εκ του συστάδην σε ανοιχτό πεδίο
β) (για τον κύβο) «σταδαῑον σῶμα» — σώμα σταθερό, που στηρίζεται στερεά.
[ΕΤΥΜΟΛ. Το επίθημα έχει σχηματιστεί από το επίρρ. στάδην + κατάλ. -αῖος (πρβλ. και το επίθ. στάδιος)].

Greek Monotonic

στᾰδαῖος: -α, -ον (στάδην), αυτός που στέκει όρθιος ή ευθύς, ολόρθος, στητός, σε Αισχύλ.· σταδαῖα ἔγχη, δόρατα για μάχη εκ του συστάδην, σώμα με σώμα, σε αντίθ. προς αυτά που εξακοντίζονται (πρβλ. στάδιος I), στον ίδ.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

σταδαῖος -α -ον [ἵσταμαι] staand:; μάχη σταδαία staand gevecht, d.w.z. gevecht van man tegen man (in het gelid) Thuc. 4.38.5; vandaar geschikt voor gevechten van man tegen man:. ἔγχη speren Aeschl. Pers. 240. rechtop:. Aeschl. Sept. 513.

Russian (Dvoretsky)

στᾰδαῖος: 1) прямо держащийся, выпрямленный: σταδαῖος ἧσται Aesch. он сидит прямо; ἔγχη σταδαῖα Aesch. отвесно стоящие копья;
2) стойкий, устойчивый (σῶμα, sc. ὁ κύβος Plat.).

Middle Liddell

στᾰδαῖος, η, ον στάδην
standing erect or upright, Aesch.; στ. ἔγχη pikes for close fight, opp. to missiles (cf. στάδιος 1), Aesch.