διοπτεύω: Difference between revisions

From LSJ

τὴν ἐρημίαν τῶν κωλυσόντων ὁρῶνseeing that there would be none to hinder him

Source
m (Text replacement - "<b>πρβλ.</b>" to "πρβλ.")
m (Text replacement - "(*UTF)(*UCP)(<\/b>) ([\p{Cyrillic}]+), ([\p{Cyrillic}]+) (\()" to "$1 $2, $3 $4")
Line 29: Line 29:
}}
}}
{{elru
{{elru
|elrutext='''διοπτεύω:'''<br /><b class="num">1)</b> высматривать, разведывать (ὠτακουστεῖν καὶ δ. Xen.): ἠὲ διοπτεύσων ἢ πολεμίζων Hom. для разведки или для (открытого) боя;<br /><b class="num">2)</b> видеть, замечать (τι Soph.);<br /><b class="num">3)</b> наблюдать (за чем-л.), осуществлять надзор, быть начальником (δ. τὴν ναῦν Dem.).
|elrutext='''διοπτεύω:'''<br /><b class="num">1)</b> [[высматривать]], [[разведывать]] (ὠτακουστεῖν καὶ δ. Xen.): ἠὲ διοπτεύσων ἢ πολεμίζων Hom. для разведки или для (открытого) боя;<br /><b class="num">2)</b> [[видеть]], [[замечать]] (τι Soph.);<br /><b class="num">3)</b> наблюдать (за чем-л.), осуществлять надзор, быть начальником (δ. τὴν ναῦν Dem.).
}}
}}
{{mdlsj
{{mdlsj
|mdlsjtxt=<br />to [[watch]] [[accurately]], spy [[about]], Il.: to [[look]] [[into]], [[στέγος]] Soph. [from [[διοπτήρ]]
|mdlsjtxt=<br />to [[watch]] [[accurately]], spy [[about]], Il.: to [[look]] [[into]], [[στέγος]] Soph. [from [[διοπτήρ]]
}}
}}

Revision as of 09:40, 19 August 2022

Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: διοπτεύω Medium diacritics: διοπτεύω Low diacritics: διοπτεύω Capitals: ΔΙΟΠΤΕΥΩ
Transliteration A: diopteúō Transliteration B: diopteuō Transliteration C: diopteyo Beta Code: diopteu/w

English (LSJ)

A watch accurately, spy about, ἠὲ διοπτεύσων Il.10.451; look into, στέγος S.Aj.307, cf. Antipho Soph.6, CritiasFr.53 D.; δ. τίX.Cyr.8.2.10: c. acc., D.C. 52.37:—Pass., to be overlooked by a neighbour, Agath.5.6. II take a sight, διὰ τοῦ μήκους τῆς σύριγγος Hero Bel.86.7; esp. through the διόπτρα, Id.Dioptr.4.

Greek (Liddell-Scott)

διοπτεύω: ἀκριβῶς περιφυλάττω, παρατηρῶ, ἐξετάζω, κατασκοπεύω, περιβλέπω, ἠὲ διοπτεύσων Ἰλ. Κ. 451· εἰσορῶ, ἐξετάζω, στέγος Σοφ. Αἴ. 307·― ἴδε διοπεύω. ― Πρβλ. Κόντ. Γλωσσ. Παρατηρ. σ. 20.

French (Bailly abrégé)

1 épier, espionner;
2 discerner, distinguer;
3 être inspecteur d’un navire.
Étymologie: διόψομαι, v. διοράω.

English (Autenrieth)

only fut. part., διοπτευσων, to spy about, Il. 10.451†.

Spanish (DGE)

1 espiar (θοὰς νῆας) ἠὲ διοπτεύσων ἢ ἐναντίβιον πολεμίξων Il.10.451, en v. pas. ἔρις αὐτοῖς ἐνέπεσε ... τοῦ διοπτεύεσθαι χάριν Agath.5.6.8
observar con detenimiento στέγος S.Ai.308, πάντα τὰ τῇ ἡγεμονίᾳ σου προσήκοντα D.C.52.37.2, ἄγαλμα Nonn.D.5.599
c. or. complet. τί ἂν ἀγγείλαντες ὠφελήσειαν βασιλέα X.Cyr.8.2.10
abs. fijar la vista ὡς εἴ τις ἀπ' ἄκρου τοῦ ... τέγους ... διοπτεύοι σκοτοδινιᾶν I.AI 15.412.
2 ver a través por la apertura frontal de un casco, Hld.9.15.1, en v. pas. πυρὸς ... (Χαρίκλειαν) διοπτεύεσθαι παρέχοντος ἐπιφαιδρυνομένην Hld.8.9.13.
3 observar con un instrumento de precisión διὰ γὰρ τοῦ μήκους τῆς σύριγγος διοπτεύοντες Hero Bel.86.7, cf. Dioptr.12, Procl.Hyp.4.72, en v. pas. ὅπως ... ὁ ἀστὴρ ... διοπτεύηται Ptol.Alm.5.1.

Greek Monolingual

διοπτεύω)
1. παρατηρώ με διόπτρα
2. κατασκοπεύω, παρατηρώ, εξετάζω
νεοελλ.
ναυτ. καθορίζω τη θέση πλοίου παρατηρώντας σημείο στην ξηρά ή τη θάλασσα, ρελεβάρω
αρχ.
διοπεύω.
[ΕΤΥΜΟΛ. < δι (α+ -οπτεύω < (θ.) οπ- (πρβλ. όπωπα)].

Greek Monotonic

διοπτεύω: μέλ. -σω, παρακολουθώ, παρατηρώ, εξετάζω, κατασκοπεύω, περιβλέπω, στέγος, σε Σοφ.

Russian (Dvoretsky)

διοπτεύω:
1) высматривать, разведывать (ὠτακουστεῖν καὶ δ. Xen.): ἠὲ διοπτεύσων ἢ πολεμίζων Hom. для разведки или для (открытого) боя;
2) видеть, замечать (τι Soph.);
3) наблюдать (за чем-л.), осуществлять надзор, быть начальником (δ. τὴν ναῦν Dem.).

Middle Liddell


to watch accurately, spy about, Il.: to look into, στέγος Soph. [from διοπτήρ