συναπεργάζομαι: Difference between revisions
καλῶς γέ μου τὸν υἱὸν ὦ Στιλβωνίδη εὑρὼν ἀπιόντ' ἀπὸ γυμνασίου λελουμένον οὐκ ἔκυσας, οὐ προσεῖπας, οὐ προσηγάγου, οὐκ ὠρχιπέδισας, ὢν ἐμοὶ πατρικὸς φίλος → Ah! Is this well done, Stilbonides? You met my son coming from the bath after the gymnasium and you neither spoke to him, nor kissed him, nor took him with you, nor ever once felt his balls. Would anyone call you an old friend of mine?
m (Text replacement - " τοῑς " to " τοῖς ") |
m (Text replacement - "(*UTF)(*UCP)(<\/b>) ([\p{Cyrillic}\s]+) ([a-zA-Z:\(])" to "$1 $2 $3") |
||
Line 29: | Line 29: | ||
}} | }} | ||
{{elru | {{elru | ||
|elrutext='''συναπεργάζομαι:'''<br /><b class="num">1)</b> вместе совершать (τὸ κάλλιστον [[ἔργον]] Plut.);<br /><b class="num">2)</b> вместе созидать (χρόνον Plat.);<br /><b class="num">3)</b> обрабатывать, оформлять, восполнять: σ. τοῖς σχήμασι (sc. τοὺς μύθους) Arst. сопровождать речи жестами. | |elrutext='''συναπεργάζομαι:'''<br /><b class="num">1)</b> [[вместе совершать]] (τὸ κάλλιστον [[ἔργον]] Plut.);<br /><b class="num">2)</b> [[вместе созидать]] (χρόνον Plat.);<br /><b class="num">3)</b> обрабатывать, оформлять, восполнять: σ. τοῖς σχήμασι (sc. τοὺς μύθους) Arst. сопровождать речи жестами. | ||
}} | }} | ||
{{mdlsj | {{mdlsj | ||
|mdlsjtxt=Dep. to [[help]] in completing, Plat. | |mdlsjtxt=Dep. to [[help]] in completing, Plat. | ||
}} | }} |
Revision as of 19:46, 19 August 2022
English (LSJ)
A help in finishing or completing, Pl.R.443e, Ti.38e. II σ. τοὺς μύθους τῇ λέξει, τοῖς σχήμασι, elaborate the plots by language and gestures, Arist.Po.1455a22,30; of an orator, σ. σχήμασι καὶ φωναῖς καὶ ἐσθῆτι καὶ ὅλως τῇ ὑποκρίσει help the effect by the use of gestures, etc., Id.Rh.1386a31.
German (Pape)
[Seite 1001] dep. med., mit od. zugleich fertig machen, bereiten helfen; Plat. Tim. 38 e Rep. IV, 473 a; Plut.
Greek (Liddell-Scott)
συναπεργάζομαι: ἀποθετ., ἀπεργάζομαι ὁμοῦ, τελειώνω ὁμοῦ, Πλάτ. Πολ. 443Ε, Τίμ. 38Ε. ΙΙ. σ. τοὺς μύθους τῇ λέξει, τοῖς σχήμασι, βοηθῶ διὰ τῆς γλώσσης καὶ τῶν κινήσεων τοῦ σώματος τὴν ἐξιστόρησιν τῶν μύθων ὥστε νὰ φέρωσιν ἀποτέλεσμα ἐπὶ τοὺς ἀκούοντας, Ἀριστ. Ποιητ. 17, 1, πρβλ. 3· οὕτως ἐπὶ ῥήτορος, σ. σχήμασι καὶ φωναῖς καὶ ἐσθῆτι καὶ ὅλως τῇ ὑποκρίσει ὁ αὐτ. ἐν Ρητ. 2. 8, 14.
French (Bailly abrégé)
1 aider à achever, à accomplir ou à exécuter;
2 venir en aide à, compléter ou achever l’effet (de la parole par la diction, le geste, etc.).
Étymologie: σύν, ἀπεργάζομαι.
Greek Monolingual
Α ἀπεργάζομαι
1. βοηθώ στην ετοιμασία ή στην αποπεράτωση ενέργειας ή έργου («συνελθούσας ἐπιτελειῶσαι καὶ συναπεργάσασθαι τῶν ἀνθρωπίνων ἔργων τὸ κάλλιστον», Πλούτ.)
2. βελτιώνω
3. φρ. «συναπεργάζομαι τοὺς μύθους τῇ λέξει καὶ τοῖς σχήμασι» — βοηθώ με τη γλώσσα και με τις κινήσεις του σώματος την εξιστόρηση τών μύθων ώστε να έχουν αποτέλεσμα σε εκείνους που ακούν.
Greek Monotonic
συναπεργάζομαι: αποθ., βοηθώ στην επίτευξη ενός έργου, αποπερατώνω μαζί, σε Πλάτ.
Dutch (Woordenboekgrieks.nl)
συν-απεργάζομαι helpen afmaken, mede tot stand brengen, met acc.: ταύτην τὴν ἕξιν σ. die dispositie helpen afmaken Plat. Resp. 443e; τοὺς μύθους... τῇ λέξει συναπεργάζεσθαι de plot mede afmaken door het taalgebruik Aristot. Poët. 1455a21.
Russian (Dvoretsky)
συναπεργάζομαι:
1) вместе совершать (τὸ κάλλιστον ἔργον Plut.);
2) вместе созидать (χρόνον Plat.);
3) обрабатывать, оформлять, восполнять: σ. τοῖς σχήμασι (sc. τοὺς μύθους) Arst. сопровождать речи жестами.
Middle Liddell
Dep. to help in completing, Plat.