ὑπερτερέω: Difference between revisions
νεκρὸν ἐάν ποτ' ἴδηις καὶ μνήματα κωφὰ παράγηις κοινὸν ἔσοπτρον ὁρᾶις· ὁ θανὼν οὕτως προσεδόκα → whenever you see a body dead, or pass by silent tombs, you look into the mirror of all men's destiny: the dead man expected nothing else | if you ever see a corpse or walk by quiet graves, that's when you look into the mirror we all share: the dead expected this
(6_22) |
m (LSJ1 replacement) |
||
(5 intermediate revisions by the same user not shown) | |||
Line 8: | Line 8: | ||
|Transliteration C=ypertereo | |Transliteration C=ypertereo | ||
|Beta Code=u(pertere/w | |Beta Code=u(pertere/w | ||
|Definition= | |Definition=<span class="bld">A</span> [[surpass]], ὁ θεὸς δυνάμει πάντων ὑ. Them.''Or.''13.170a; <b class="b3">εἴς τι</b> Sch.Luc.Pro Merc.Cond.12.<br><span class="bld">2</span> Astrol., = [[καθυπερτερέω]], ''Cat.Cod.Astr.''2.171. | ||
}} | }} | ||
{{pape | {{pape | ||
Line 15: | Line 15: | ||
{{ls | {{ls | ||
|lstext='''ὑπερτερέω''': ὡς καὶ νῦν, εἶμαι [[ὑπέρτερος]], ὅσον βασιλεὺς ἰδιώτου εἰς τὴν τύχην ὑπερτερεῖ Θεμίστ. 170Α· εἴς τι Σχόλ. εἰς Λουκ. Ἀπολογ. Ὑπὲρ τῶν ἐπὶ μισθ. συνόντ. 12· - [[ὡσαύτως]], -εύω, Ἰω. Καμενιάτου Ἅλωσις Θεσσαλονίκης τ. 324Α. | |lstext='''ὑπερτερέω''': ὡς καὶ νῦν, εἶμαι [[ὑπέρτερος]], ὅσον βασιλεὺς ἰδιώτου εἰς τὴν τύχην ὑπερτερεῖ Θεμίστ. 170Α· εἴς τι Σχόλ. εἰς Λουκ. Ἀπολογ. Ὑπὲρ τῶν ἐπὶ μισθ. συνόντ. 12· - [[ὡσαύτως]], -εύω, Ἰω. Καμενιάτου Ἅλωσις Θεσσαλονίκης τ. 324Α. | ||
}} | |||
{{elru | |||
|elrutext='''ὑπερτερέω:''' [[превосходить]]: ὑ. τινος Sext. брать верх над кем(чем)-л. | |||
}} | }} |
Latest revision as of 10:51, 25 August 2023
English (LSJ)
A surpass, ὁ θεὸς δυνάμει πάντων ὑ. Them.Or.13.170a; εἴς τι Sch.Luc.Pro Merc.Cond.12.
2 Astrol., = καθυπερτερέω, Cat.Cod.Astr.2.171.
German (Pape)
[Seite 1202] darüber sein, ein ὑπέρτερος, höher, besser sein, übertreffen, = ἐπικρατέω, S. Emp. adv. phys. 2, 82.
Greek (Liddell-Scott)
ὑπερτερέω: ὡς καὶ νῦν, εἶμαι ὑπέρτερος, ὅσον βασιλεὺς ἰδιώτου εἰς τὴν τύχην ὑπερτερεῖ Θεμίστ. 170Α· εἴς τι Σχόλ. εἰς Λουκ. Ἀπολογ. Ὑπὲρ τῶν ἐπὶ μισθ. συνόντ. 12· - ὡσαύτως, -εύω, Ἰω. Καμενιάτου Ἅλωσις Θεσσαλονίκης τ. 324Α.
Russian (Dvoretsky)
ὑπερτερέω: превосходить: ὑ. τινος Sext. брать верх над кем(чем)-л.