προσίζω: Difference between revisions
ὡς μήτε τὰ γενόμενα ἐξ ἀνθρώπων τῷ χρόνῳ ἐξίτηλα γένηται → in order that so the memory of the past may not be blotted out from among men by time
(35) |
(6) |
||
Line 21: | Line 21: | ||
{{grml | {{grml | ||
|mltxt=Α<br /><b>1.</b> (για ικέτη) [[έρχομαι]] και [[κάθομαι]] [[κοντά]] («πάγον προσίζειν τῶν δ' ἀγωνίων θεῶν», <b>Αισχύλ.</b>)<br /><b>2.</b> [[ησυχάζω]], [[ηρεμώ]] («ἡ δὲ [[μέλιττα]] μόνον πρὸς οὐδὲν προσίζει σαπρόν», <b>Αριστοτ.</b>)<br /><b>3.</b> προσκολλώμαι, προσαρτώμαι σε [[κάτι]]<br /><b>4.</b> <b>μτφ.</b> [[αποτελώ]] ιδιαίτερο χαρακτηριστικό, [[είμαι]] [[συμφυής]] («ἡ προσίζουσα αἰτίη» — η [[συμφυής]], η έμφυτη [[αιτία]], Αρετ.).<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> <span style="color: red;"><</span> <i>προσ</i>- <span style="color: red;">+</span> <i>ἵζω</i>, [[άλλος]] τ. του [[ἕζομαι]] «[[κάθομαι]]»]. | |mltxt=Α<br /><b>1.</b> (για ικέτη) [[έρχομαι]] και [[κάθομαι]] [[κοντά]] («πάγον προσίζειν τῶν δ' ἀγωνίων θεῶν», <b>Αισχύλ.</b>)<br /><b>2.</b> [[ησυχάζω]], [[ηρεμώ]] («ἡ δὲ [[μέλιττα]] μόνον πρὸς οὐδὲν προσίζει σαπρόν», <b>Αριστοτ.</b>)<br /><b>3.</b> προσκολλώμαι, προσαρτώμαι σε [[κάτι]]<br /><b>4.</b> <b>μτφ.</b> [[αποτελώ]] ιδιαίτερο χαρακτηριστικό, [[είμαι]] [[συμφυής]] («ἡ προσίζουσα αἰτίη» — η [[συμφυής]], η έμφυτη [[αιτία]], Αρετ.).<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> <span style="color: red;"><</span> <i>προσ</i>- <span style="color: red;">+</span> <i>ἵζω</i>, [[άλλος]] τ. του [[ἕζομαι]] «[[κάθομαι]]»]. | ||
}} | |||
{{lsm | |||
|lsmtext='''προσίζω:''' μέλ. <i>-ιζήσω</i>, [[κάθομαι]] δίπλα, με αιτ., σε Ευρ. | |||
}} | }} |
Revision as of 01:26, 31 December 2018
English (LSJ)
c. acc.,
A come and sit near, πάγον, of suppliants, A.Supp.189; Ἄρτεμιν E.Hec.935 (lyr.); also π. περὶ τὰ βήματα Pl.R.564d; settle, ἡ μέλιττα πρὸς οὐδὲν π. σαπρόν Arist.HA596b15; ἐν τοῖς ἄνθεσιν Thphr.CP5.10.3; adhere to, Dsc.5.95. 2 metaph., cleave to, μελέτημα π. τινί E.Fr.910.9 (anap.); συγγνώμονα ἀλλήλοισι γινώσκει πρὸς ὃ προσίζει· προσίζει γὰρ τὸ σύμφορον τῷ συμφόρῳ Hp.Vict.1.6; ἡ προσίζουσα αἰτίη the inherent cause, Aret.SD1.7.
German (Pape)
[Seite 766] (s. ἵζω), dabei sitzen, übh. = προσιζάνω; πάγον, am Hügel, Aesch. Suppl. 186; σεμνὰν προσίζουσ' Ἄρτεμιν, Eur. Hec. 935; περὶ τὰ βήματα προσῖζον, Plat. Rep. VIII, 564 c; Sp., wie Theophr.
Greek (Liddell-Scott)
προσίζω: μέλλ. -ιζήσω, προσκαθέζομαι, καθέζομαι πλησίον, τινὶ Διοσκ. 5. 102· μετ’ αἰτ., ἔρχομαι καὶ κάθημαι πλησίον, πάγον Αἰσχύλ. Ἱκέτ. 189· Ἄρτεμιν Εὐρ. Ἑκάβ. 935 (πρβλ. καθίζω ἐν τέλ.)· ὡσαύτως, πρ. περὶ τὰ βήματα Πλάτ. Πολ. 564D· πρός τι Ἀριστ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 8. 11, 2· ἔν τινι Θεοφρ. π. Φυτ. Αἰτ. 5. 10, 3· ― μεταφορ., προσκολλῶμαι εἴς τι, τοῖς τοιούτοις οὐδέποτ’ αἰσχρῶν ἔργων μελέτημα προοίζει Εὐρ. Ἀποσπ. 902. 9.
French (Bailly abrégé)
seul. prés. et impf.
être assis près de, se tenir auprès de, acc..
Étymologie: πρός, ἵζω.
Greek Monolingual
Α
1. (για ικέτη) έρχομαι και κάθομαι κοντά («πάγον προσίζειν τῶν δ' ἀγωνίων θεῶν», Αισχύλ.)
2. ησυχάζω, ηρεμώ («ἡ δὲ μέλιττα μόνον πρὸς οὐδὲν προσίζει σαπρόν», Αριστοτ.)
3. προσκολλώμαι, προσαρτώμαι σε κάτι
4. μτφ. αποτελώ ιδιαίτερο χαρακτηριστικό, είμαι συμφυής («ἡ προσίζουσα αἰτίη» — η συμφυής, η έμφυτη αιτία, Αρετ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < προσ- + ἵζω, άλλος τ. του ἕζομαι «κάθομαι»].
Greek Monotonic
προσίζω: μέλ. -ιζήσω, κάθομαι δίπλα, με αιτ., σε Ευρ.