πολύθηρος: Difference between revisions

From LSJ

κακοὶ μάρτυρες ἀνθρώποισιν ὀφθαλμοὶ καὶ ὦτα βαρβάρους ψυχὰς ἐχόντων → eyes and ears are poor witnesses for men if their souls do not understand the language (Heraclitus Phil.: Fr. B 107; Testimonia: Fragment 16, line 6)

Source
m (Text replacement - "epith." to "epithet")
m (Text replacement - "(*UTF)(*UCP)(<\/b>) ([\p{Cyrillic}\s]+) ([a-zA-Z:\(])" to "$1 $2 $3")
Line 26: Line 26:
}}
}}
{{elru
{{elru
|elrutext='''πολύθηρος:'''<br /><b class="num">1)</b> изобилующий дичью ([[νάπος]] Eur.);<br /><b class="num">2)</b> увлеченный или вечно занятый охотой (Δικτυννα, т. е. [[Ἄρτεμις]] Eur.).
|elrutext='''πολύθηρος:'''<br /><b class="num">1)</b> [[изобилующий дичью]] ([[νάπος]] Eur.);<br /><b class="num">2)</b> [[увлеченный или вечно занятый охотой]] (Δικτυννα, т. е. [[Ἄρτεμις]] Eur.).
}}
}}
{{elnl
{{elnl

Revision as of 19:30, 19 August 2022

Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: πολύθηρος Medium diacritics: πολύθηρος Low diacritics: πολύθηρος Capitals: ΠΟΛΥΘΗΡΟΣ
Transliteration A: polýthēros Transliteration B: polythēros Transliteration C: polythiros Beta Code: polu/qhros

English (LSJ)

ον, A with much game, full of wild beasts, νάπος E.Ph. 801 (lyr., Sup.). II mighty huntress, epithet of Δίκτυννα, Id.Hipp. 145 (lyr.). III taking many fish, Hld.5.18.

German (Pape)

[Seite 663] viel Wild habend; Eur. Hipp. 145; πολυθηρότατον νάπος, Phoen. 808; – viel fangend, von Fischen, Heliod. 5, 18.

Greek (Liddell-Scott)

πολύθηρος: -ον, ὁ ἔχων πολλὴν ἄγραν, πολὺ «κυνήγιον», δηλ. πολλὰ ἄγρια ζῷα, Εὐρ. Ἱππ. 145, Φοίν. 802. ΙΙ. ὁ συλλαμβάνων πολλοὺς ἰχθῦς, Ἡλιόδ. 5. 18.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
abondant en bêtes fauves.
Étymologie: πολύς, θήρ et θήρα.

Greek Monolingual

-ον, Α
1. αυτός που έχει πολλά θηρία, πολλά άγρια ζώα
2. (συν. ως προσωνυμία της Δικτύννης) πολύ ικανός κυνηγός («οὐδ' ἀμφὶ τὰν πολύθηρον Δίκτυνναν ἀμπλακίαις... τρύχει», Ιπποκρ.)
3. αυτός που ψαρεύει πολλά ψάρια.
[ΕΤΥΜΟΛ. < πολυ- + -θηρος (< θήρ, θηρός «άγριο ζώο, θηρίο»), πρβλ. παν-θηρος].

Greek Monotonic

πολύθηρος: -ον (θήρ), αυτός που είναι άφθονος σε άγρια ζώα, σε Ευρ.

Russian (Dvoretsky)

πολύθηρος:
1) изобилующий дичью (νάπος Eur.);
2) увлеченный или вечно занятый охотой (Δικτυννα, т. е. Ἄρτεμις Eur.).

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

πολύθηρος -ον [πολύς, θήρ] rijk aan wild:. πολυθυρότατον νάπος bosrijk dal vol wilde dieren Eur. Phoen. 801.

Middle Liddell

πολύ-θηρος, ον, [θήρ]
abounding in wild beasts, Eur.