Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μῶλος: Difference between revisions

From LSJ

Οὐ γὰρ ἀργίας ὤνιονὑγίεια καὶ ἀπραξίας, ἅ γε δὴ μέγιστα κακῶν ταῖς νόσοις πρόσεστι, καὶ οὐδὲν διαφέρει τοῦ τὰ ὄμματα τῷ μὴ διαβλέπειν καὶ τὴν φωνὴν τῷ μὴ φθέγγεσθαι φυλάττοντος ὁ τὴν ὑγίειαν ἀχρηστίᾳ καὶ ἡσυχίᾳ σῴζειν οἰόμενος → For health is not to be purchased by idleness and inactivity, which are the greatest evils attendant on sickness, and the man who thinks to conserve his health by uselessness and ease does not differ from him who guards his eyes by not seeing, and his voice by not speaking

Plutarch, Advice about Keeping Well, section 24
(6_15)
(Bailly1_3)
Line 15: Line 15:
{{ls
{{ls
|lstext='''μῶλος''': ὁ, ὁ [[κόπος]] καὶ [[μόχθος]] τοῦ πολέμου, [[μῶλος]] Ἄρηος Ἰλ. Β. 401, κτλ.· [[ὡσαύτως]] [[ἄνευ]] τοῦ Ἄρηος, Ρ. 397., Σ. 188, Ἡσ. Ἀσπ. Ἡρ. 257· - [[ἀλλά]], ξείνου καὶ Ἴρου [[μῶλος]], ὁ ἀγὼν ὁ [[μεταξύ]]..., Ὀδ. Σ 233 (τὸ μόνον [[χωρίον]] [[ἔνθα]] ἡ λέξ. ἀπαντᾷ ἐν τῇ Ὀδ.)· Ἄρης μῶλον συνάγει Ἀρχίλ. 3. - ὁ Ἡσύχ. μνημονεύει καὶ [[ῥῆμα]] [[μωλέω]] = [[μάχομαι]], ὃ ἴδε.
|lstext='''μῶλος''': ὁ, ὁ [[κόπος]] καὶ [[μόχθος]] τοῦ πολέμου, [[μῶλος]] Ἄρηος Ἰλ. Β. 401, κτλ.· [[ὡσαύτως]] [[ἄνευ]] τοῦ Ἄρηος, Ρ. 397., Σ. 188, Ἡσ. Ἀσπ. Ἡρ. 257· - [[ἀλλά]], ξείνου καὶ Ἴρου [[μῶλος]], ὁ ἀγὼν ὁ [[μεταξύ]]..., Ὀδ. Σ 233 (τὸ μόνον [[χωρίον]] [[ἔνθα]] ἡ λέξ. ἀπαντᾷ ἐν τῇ Ὀδ.)· Ἄρης μῶλον συνάγει Ἀρχίλ. 3. - ὁ Ἡσύχ. μνημονεύει καὶ [[ῥῆμα]] [[μωλέω]] = [[μάχομαι]], ὃ ἴδε.
}}
{{bailly
|btext=ου (ὁ) :<br />travail pénible ; guerre, combat.<br />'''Étymologie:''' cf. <i>lat.</i> moles.
}}
}}

Revision as of 19:44, 9 August 2017

Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: μῶλος Medium diacritics: μῶλος Low diacritics: μώλος Capitals: ΜΩΛΟΣ
Transliteration A: mō̂los Transliteration B: mōlos Transliteration C: molos Beta Code: mw=los

English (LSJ)

ὁ,

   A toil and moil of war, μῶλος Ἄρηος Il.2.401, etc.: also without Ἄρηος, 17.397, 18.188, Hes.Sc.257: once in Od., ξείνου καὶ Ἴρου μῶλος struggle between Irus and the stranger, 18.233; εὖτ' ἂν Ἄρης μῶλον συνάγῃ Archil.3.

German (Pape)

[Seite 225] ὁ (moles), Mühe, Anstrengung, VLL. erkl. μάχη, θόρυβος, u. haben auch die Form μόλος; bes. Kriegsarbeit, Kampf, θάνατόν τε φυγεῖν καὶ μῶλον Ἄρηος, Il. 2, 401 u. öfter, auch ohne den Zusatz, πῶς τ' ἄρ' ἴω μετὰ μῶλον, 18, 188, περὶ δ' αὐτοῦ μῶλος ὀρώρει ἄγριος, 17, 397; vgl. Hes. Sc. 257; ξείνου καὶ Ἴρου μῶλος, der Zweikampf des Fremden und des Iros, Od. 18, 233 (sonst kommt das Wort in der Od. nicht vor); Ἄρης μῶλον συνάγει, Archil. 50; Ap. Rh. 4, 414. – Hesych. erwähnt auch ein Verbum μωλέω = μάχομαι, u. μωλήσεται, μαχήσεται, πικρανθήσεται. – In der Ueberschrift des Ep. ad. 370 (IX, 670), εἰς μῶλον τῇ θαλάττῃ ἐπικείμενον, ist es Hafendamm, moles.

Greek (Liddell-Scott)

μῶλος: ὁ, ὁ κόπος καὶ μόχθος τοῦ πολέμου, μῶλος Ἄρηος Ἰλ. Β. 401, κτλ.· ὡσαύτως ἄνευ τοῦ Ἄρηος, Ρ. 397., Σ. 188, Ἡσ. Ἀσπ. Ἡρ. 257· - ἀλλά, ξείνου καὶ Ἴρου μῶλος, ὁ ἀγὼν ὁ μεταξύ..., Ὀδ. Σ 233 (τὸ μόνον χωρίον ἔνθα ἡ λέξ. ἀπαντᾷ ἐν τῇ Ὀδ.)· Ἄρης μῶλον συνάγει Ἀρχίλ. 3. - ὁ Ἡσύχ. μνημονεύει καὶ ῥῆμα μωλέω = μάχομαι, ὃ ἴδε.

French (Bailly abrégé)

ου (ὁ) :
travail pénible ; guerre, combat.
Étymologie: cf. lat. moles.