ὁμοθυμαδόν: Difference between revisions
Ἤθους δὲ βάσανός ἐστιν ἀνθρώποις χρόνος → Est moris explorator humani dies → Des menschlichen Charakters Wetzstein ist die Zeit
(28) |
(5) |
||
Line 27: | Line 27: | ||
{{grml | {{grml | ||
|mltxt=(ΑΜ [[ὁμοθυμαδόν]])<br /><b>επίρρ.</b><br /><b>1.</b> με [[ομοψυχία]], με [[ομοφροσύνη]], με μια [[καρδιά]] («ἀπεκρίθη δὲ πᾱς ὁ λαὸς [[ὁμοθυμαδόν]]», ΠΔ)<br /><b>2.</b> [[μαζί]] με άλλους πολλούς<br /><b>μσν.</b><br />[[κατά]] την [[ίδια]] χρονική [[στιγμή]].<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> <span style="color: red;"><</span> [[ὁμόθυμος]] <span style="color: red;">+</span> επιρρμ. κατάλ. -<i>αδόν</i> (<b>πρβλ.</b> <i>μον</i>-<i>αδόν</i>)]. | |mltxt=(ΑΜ [[ὁμοθυμαδόν]])<br /><b>επίρρ.</b><br /><b>1.</b> με [[ομοψυχία]], με [[ομοφροσύνη]], με μια [[καρδιά]] («ἀπεκρίθη δὲ πᾱς ὁ λαὸς [[ὁμοθυμαδόν]]», ΠΔ)<br /><b>2.</b> [[μαζί]] με άλλους πολλούς<br /><b>μσν.</b><br />[[κατά]] την [[ίδια]] χρονική [[στιγμή]].<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> <span style="color: red;"><</span> [[ὁμόθυμος]] <span style="color: red;">+</span> επιρρμ. κατάλ. -<i>αδόν</i> (<b>πρβλ.</b> <i>μον</i>-<i>αδόν</i>)]. | ||
}} | |||
{{lsm | |||
|lsmtext='''ὁμοθῡμᾰδόν:''' επίρρ. ([[θυμός]]), ομοψύχως, ομοφώνως, σε Δημ.· [[κυρίως]] με το <i>πάντες</i>, σε Αριστοφ., Ξεν. | |||
}} | }} |
Revision as of 00:36, 31 December 2018
English (LSJ)
Adv.
A with one accord, πάντες ὁ. Pl.Lg.805a, etc. ; ὁ. ἐκ μιᾶς γνώμης D.10.59 ; ὁ. ἅπασιν ὑμῖν ἀντιληπτέον Ar.Pax484, cf. Av.1015, X.HG2.4.17, LXXEx.19.8, Plb.1.45.4, al., SIG742.13 (Ephes., i B.C.), Act.Ap.15.25.
German (Pape)
[Seite 334] einmüthig; ἅπασιν ἡμῖν ἀντιληπτέον, Ar. Pax 476; Av. 1015; Plat. Legg. VII, 805 a; Xen. Hell. 7, 1, 22 u. A.
Greek (Liddell-Scott)
ὁμοθῡμᾰδόν: Ἐπίρρ., ὁμοθύμως, ὁμοφώνως, ὁμοψύχως, Πλάτ. Νόμ. 805Α, κτλ.· ὁμ. ἐκ μιᾶς γνώμης Δημ. 147. 1· κατὰ τὸ πλεῖστον συνημμένον μετὰ τοῦ πάντες, ὁμ. ἅπασιν ἡμῖν... ἀντιληπτὸν Ἀριστοφ. Εἰρ. 484, πρβλ. Ὄρν. 1015, Ξεν. Ἑλλ. 2. 4, 17.
French (Bailly abrégé)
adv.
unanimement.
Étymologie: ὁμόθυμος, -δον.
English (Strong)
adverb from a compound of the base of ὁμοῦ and θυμός; unanimously: with one accord (mind).
English (Thayer)
(from ὁμοθυμος, and this from ὁμός and θυμός; on adverbs in ὁμοθυμαδόν (chiefly derived from nouns, and designating form or structure) as γνωμηδον, ῤοιζηδόν, etc., cf. Alexander Buttmann (1873) Ausf. Spr. ii., p. 452), with one mind, of one accord (Vulg. unanimiter (etc.)): R G in Aristophanes, Xenophon, Demosthenes, Philo, Josephus, Herodian, the Sept. ἅπαντες (L T WH πάντες) (Aristophanes pax 484, and often in classical Greek), Acts 5:12 (cf. 2:1 above).
Greek Monolingual
(ΑΜ ὁμοθυμαδόν)
επίρρ.
1. με ομοψυχία, με ομοφροσύνη, με μια καρδιά («ἀπεκρίθη δὲ πᾱς ὁ λαὸς ὁμοθυμαδόν», ΠΔ)
2. μαζί με άλλους πολλούς
μσν.
κατά την ίδια χρονική στιγμή.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ὁμόθυμος + επιρρμ. κατάλ. -αδόν (πρβλ. μον-αδόν)].
Greek Monotonic
ὁμοθῡμᾰδόν: επίρρ. (θυμός), ομοψύχως, ομοφώνως, σε Δημ.· κυρίως με το πάντες, σε Αριστοφ., Ξεν.