ἀνέβραχε: Difference between revisions

From LSJ

εἰ μὴ ἦλθον καὶ ἐλάλησα αὐτοῖς, ἁμαρτίαν οὐκ εἶχον → if I had not come and spoken to them, they would not be guilty of sin

Source
m (Text replacement - "(?s)(\n{{ls\n\|lstext.*}})(\n{{.*}})(\n{{elru.*}})" to "$3$1$2")
m (Text replacement - "(*UTF)(*UCP)btext=(.*?<br \/>)([\w\s'-]+), ([\w\s'-]+)\.<br" to "btext=$1$2, $3.<br")
Line 14: Line 14:
}}
}}
{{bailly
{{bailly
|btext=<i>3ᵉ sg. ao.2</i>;<br />craquer, faire du bruit.<br />'''Étymologie:''' [[ἀνά]], R. Βραχ faire du bruit.
|btext=<i>3ᵉ sg. ao.2</i>;<br />[[craquer]], [[faire du bruit]].<br />'''Étymologie:''' [[ἀνά]], R. Βραχ faire du bruit.
}}
}}
{{elru
{{elru

Revision as of 12:18, 9 January 2023

Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ἀνέβρᾰχε Medium diacritics: ἀνέβραχε Low diacritics: ανέβραχε Capitals: ΑΝΕΒΡΑΧΕ
Transliteration A: anébrache Transliteration B: anebrache Transliteration C: anevrache Beta Code: a)ne/braxe

English (LSJ)

(v. Βράχω), 3sg. aor. 2, with no pres., τὰ δ' ἀνέβραχε but it [the armour] clashed or rang loudly, Il.19.13; τὰ δ' ἀνέβραχεν [the door] creaked or grated loudly, Od.21.48; of water, gushed roaring forth, A.R.1.1147.

Spanish (DGE)

(ἀνέβρᾰχε) • Alolema(s): ἀνήβραχεν Hsch.
sólo en aor. resonar, hacer ruido de las armas de Aquiles τὰ δ' ἀνέβραχε δαίδαλα Il.19.13, de las puertas τὰ δ' ἀνέβραχεν ἠΰτε ταῦρος Od.21.48, cf. ἀνήβραχεν· ἤχησεν Hsch.

French (Bailly abrégé)

3ᵉ sg. ao.2;
craquer, faire du bruit.
Étymologie: ἀνά, R. Βραχ faire du bruit.

Russian (Dvoretsky)

ἀνέβραχε: эп. 3 л. sing. к ἀναβραχεῖν.

Greek (Liddell-Scott)

ἀνέβρᾰχε: (ἴδε *βράχω) γ΄ ἑν. ἀορ. β΄ ἄνευ ἐνεστῶτος ἐν χρήσει, τὰ δ’ ἀνέβραχε [τὰ τεύχεα] «ποιὸν ἦχον ἀπετέλεσεν» (Σχόλ.), ἰσχυρῶς ἐκρότησαν, Ἰλ. Τ. 13· τὰ δ’ ἀνέβραχεν [τὰ θύρετρα], ἰσχυρῶς ἔτριξαν, Ὀδ. Φ. 48 · παρ’ Ἀπολλ. Ροδ. Α. 1147 ἐπὶ τοῦ ὕδατος, ἐξώρμησε μετὰ πατάγου (ἂν μὴ ἀναγνωστέον ἀνέβροχε). Πρβλ. Βουττμ. Λεξίλ. ἐν λ. βρόξαι 7.

Greek Monolingual

ἀνέβραχε (Α)
αόρ. του υποθ. βράχω
«τρίζω, μουγγρίζω, βροντώ».

Greek Monotonic

ἀνέβρᾰχε: (*βράχω), γʹ ενικ. αορ. βʹ χωρίς ενεστ. σε χρήση, έκανε ηχηρό κρότο ή ήχησε δυνατά, λέγεται για πανοπλία, σε Ομήρ. Ιλ.· βρόντηξε ή έκλεισε με δύναμη, λέγεται για πόρτα, σε Ομήρ. Οδ.

Middle Liddell

[*βράχω [no pres. in use]
clashed or rung loudly, of armour, Il.; creaked or grated loudly, of a door, Od.