fuerza: Difference between revisions
From LSJ
ἀλλ' οὐκ ἂν μαχέσαιτο· χέσαιτο γάρ, εἰ μαχέσαιτο → fighting is what she can't do, for if she should fight she would shit
mNo edit summary |
mNo edit summary |
||
Line 1: | Line 1: | ||
{{esel | {{esel | ||
|sltx=[[βάρος]], [[ | |sltx=[[ἀγών]], [[ἁδροσύνη]], [[ἁδροτής]], [[ἁδρότης]], [[ἀλκή]], [[ἀλκί]], [[ἀνάγκη]], [[βάρος]], [[βαφή]], [[βία]], [[βίη]], [[βριαρότης]], [[βρῖθον]], [[βρίμη]], [[βρίμημα]], [[δρᾶσις]], [[δύναμις]], [[δύνασις]], [[δυναστεία]], [[ἐνέργεια]], [[ἐξαποστολή]], [[ἐρυμνότης]], [[εὐσθένεια]], [[εὐσωματία]], [[ἐχυρότης]], [[ἰναία]], [[ἴς]], [[ἰσχυρότης]], [[ἰσχύς]], [[κάρτος]], [[κῖκυς]], [[κραταιότης]], [[κραταίωμα]], [[κραταίωσις]], [[κράτος]], [[κρατυσμός]], [[κρέτος]], [[μένος]], [[ῥώμη]], [[ῥῶσις]], [[σθένος]], [[σφρίγος]], [[τὸ ἐνδύναμον]], [[τὸ ἐντενές]], [[τὸ ἰσχυρόν]] | ||
}} | }} |
Latest revision as of 05:33, 17 September 2024
Spanish > Greek
ἀγών, ἁδροσύνη, ἁδροτής, ἁδρότης, ἀλκή, ἀλκί, ἀνάγκη, βάρος, βαφή, βία, βίη, βριαρότης, βρῖθον, βρίμη, βρίμημα, δρᾶσις, δύναμις, δύνασις, δυναστεία, ἐνέργεια, ἐξαποστολή, ἐρυμνότης, εὐσθένεια, εὐσωματία, ἐχυρότης, ἰναία, ἴς, ἰσχυρότης, ἰσχύς, κάρτος, κῖκυς, κραταιότης, κραταίωμα, κραταίωσις, κράτος, κρατυσμός, κρέτος, μένος, ῥώμη, ῥῶσις, σθένος, σφρίγος, τὸ ἐνδύναμον, τὸ ἐντενές, τὸ ἰσχυρόν