Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δυναστεία

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Full diacritics: δῠναστεία Medium diacritics: δυναστεία Low diacritics: δυναστεία Capitals: ΔΥΝΑΣΤΕΙΑ
Transliteration A: dynasteía Transliteration B: dynasteia Transliteration C: dynasteia Beta Code: dunastei/a

English (LSJ)

ἡ,

   A power, lordship, domination, S.OT593, D.18.67; δ. ὀλίγων ἀνδρῶν Th.3.62; πολιτικαὶ δ. the exercise of political power, Pl. Tht.176c; οἱ τὰς δ. ἔχοντες Isoc.2.8, cf. 9.19, Plb.3.18.1.    II close oligarchy, opp. ἰσονομία, Th.4.78, cf. And.2.27, X.HG5.4.46, etc.; ὑπὸ τῶν ὀλίγων δ. Pl.Plt.291d; opp. πολιτεία, Arist.Pol.1272b10; distd.fr. ὀλιγαρχία, ib.1292b10, cf. 1293a31: in pl., of the Roman Senate, D.C. 52.1.    III in pl., mighty deeds, LXX 4 Ki.13.12, al.

German (Pape)

[Seite 673] ἡ, Macht, Herrschaft, bes. wenn mehrere eine solche Macht wider die Gesetze ausüben, die bei dem Einzelnen τυραννίς heißt, vgl. Arist. pol. 4, 5, wo er sie als eine Art der Oligarchie bestimmt, ὅταν παῖς ἀντὶ πατρὸς εἰσίῃ (also erblich) καὶ ἄρχῃ μὴ ὁ νόμος ἀλλ' οἱ ἄρχοντες; so wie Thuc. 3, 62 δυναστεία ὀλίγων ἀνδρῶν εἶχε τὰ πράγματα; u. Plat. τὴν ὑπὸ τῶν ὀλίγων δυναστείαν, Polit. 291 d; ἀρχήν τινα ἢ τυραννίδα ἢ δ. Gorg. 429 b; δ. ἢ βασιλεῖαι Rep. V, 499 b. Diese Herrschaft kann in Aristokratie übergehen, Plat. Legg. III, 681 d; οἱ τὰς δυναστείας ἔχοντες Isocr. 2, 8; vgl. 4, 65; Lys. 2, 18. 9, 14; Xen. Hell. 5, 4, 6 u. Sp. Bei Pol. 3, 18, 1 = die höchste Magistratur in den Städten. Allgemeiner, = Herrschaft; Soph. O. R. 593 neben ἀρχή, der τυραννίς entggstzt; Φιλίππου, Ἀλεξάνδρου, Dem. 18, 270.

Greek (Liddell-Scott)

δῠναστεία: ἡ, (δυναστεύω) κυριαρχία, ἐξουσία, Σοφ. Ο.Τ. 593, Δημ. 247.10· δ. ὀλίγων ἀνδρῶν Θουκ. 3. 62, πρβλ. Πλάτ. Πολιτ. 291D· πολιτικαὶ δ., ἡ ἐξάσκησις πολιτικῆς ἐξουσίας, ὁ αὐτ. Θεαίτ. 176C. ΙΙ. ὀλιγαρχία Θουκ. 4. 78. Ἀνδοκ. 23. 12, Ξεν. Ἑλλ. 5. 4. 46, κτλ· κατατασσομένη ὑπὸ τοῦ Ἀριστ. μεταξὺ τῆς τυραννίδος καὶ τῆς δημοκρατίας, Πολ. 4. 5, 2, πρβλ. 4. 6, 11., 5. 6, 12·- ὁ δὲ Δίων Κ. 52. 1 μεταχειρίζεται τὴν λέξιν πρὸς παράστασιν τῆς ἐξουσίας τῆς Ρωμαϊκῆς Συγκλήτου.

French (Bailly abrégé)

ας (ἡ) :
1 domination, puissance ; δυναστεία ὀλίγων ἀνδρῶν THC domination de quelques hommes ; pouvoir d’une oligarchie;
2 oligarchie.
Étymologie: δυναστεύω.

Spanish (DGE)

(δῠναστεία) -ας, ἡ
I polít.
1 poder político πῶς δῆτ' ἐμοὶ τυραννὶς ἡδίων ἔχειν ἀρχῆς ἀλύπου καὶ δυναστείας ἔφυ; S.OT 593, unido a πλοῦτος Luc.Nigr.20, δ. τοῦ κοινοῦ λαοῦ Cat.Cod.Astr.12.98.2, frec. plu. οἱ τὰς δυναστείας ἔχοντες los que detentan el poder op. οἱ ὑπ' αὐτοῖς ὄντες Isoc.2.8, cf. Pl.Tht.176c, ἀρχαὶ καὶ δυναστεῖαι Arist.EN 1155a6, Metaph.1013a12, τοῖς δ' αὑτοῦ φίλοις ἐνεχείρισε τὰς δυναστείας confió el poder a sus propios amigos Plb.3.18.1
influencia rel. pers. influyentes en el ámbito de la polis γνώριμος δὲ γενόμενος διὰ τῆς ἐκείνου δυναστείας Lys.9.14
equiv. al lat. imperium ὁ δῆμος ... ἐκεκράγει Καίσαρα καὶ Πομπήιον ἀποθέσθαι τὰς δυναστείας App.BC 2.36
tb. equiv. al lat. potestas ἡ ὑπατικὴ δ. la magistratura consular, el consulado D.H.10.31.
2 de reyes o tiranos régimen autoritario de Filipo, D.18.67, ἀριστοκρατίαν τινὰ ἐκ τῶν δυναστειῶν ποιήσαντες estableciendo a partir de poderes personales una especie de aristocracia Pl.Lg.681d
ref. el poder de un grupo, oligarquía δ. ὀλίγων ἀνδρῶν Th.3.62, ταῖς πόλεσι δυναστεῖαι καθειστήκεσαν, ὥσπερ ἐν Θήβαις X.HG 5.4.46, op. ἰσονομία Th.4.78, op. δημοκρατία And.2.27, ἡ ὑπὸ τῶν ὀλίγων δ. Pl.Plt.291d
en su forma extrema y peor poder tiránico op. πολιτεία régimen constitucional Arist.Pol.1272b10, cf. 1292b10, 1293a31
en Roma αἱ δυναστεῖαι los triunviratos op. βασίλεία ‘monarquía’ y δημοκρατία ‘república’, D.C.52.1.1
esp. ref. un gobierno opresivo Thdt.HE 3.28.3.
3 en el AT, en sg. reinado πᾶσα ἡ δ. αὐτοῦ LXX 3Re.15.23
en plu. hechos de un reinado αἱ δυναστεῖαι αὐτοῦ, ἃς ἐποίησεν LXX 4Re.13.12, cf. 14.28, αἱ δυναστεῖαι τοῦ κυρίου las hazañas del señor LXX Ps.105.2.
4 imper., en sent. territorial provincia ἡ τῶν ἐκκλησιῶν καταστροφὴ ... διὰ τῶν δυναστειῶν la catástrofe de las iglesias en las provincias Gr.Nyss.Eun.1.138.
II milit.
1 potencia militar Μακεδόνες ... καταλύσαντες τὴν τῶν Περσῶν δυναστείαν Plb.1.2.5.
2 plu. mandos en la jerarquía militar αἱ κατὰ μέρος δυναστεῖαι Gr.Nyss.Eun.1.308.
III gener.
1 predominio, dominación de los egipcios sobre los israelitas, LXX Ex.6.6
astrol. predominio, posición dominante τὴν δυναστείαν λαχεῖν determinada gradación astrológica, Vett.Val.76.22
fig., ref. abstr. dominio ἡ τῆς λύπης δ. Ph.1.512, ἀκαθαίρετοι δυναστεῖαι de las afecciones del alma, Ph.1.514, ἡ ἐρωτικὴ δ. ἀκατάσχετος Anon.Decl.Par.94
esp. ambición de poder Chrys.M.61.579.
2 vigor, fuerza ἡ δ. τοῦ ἵππου el brío del corcel LXX Ps.146.10
fig. metáf., del sol esplendor ἡ ἀνατολὴ τοῦ ἡλίου ἐν δυναστείαις αὐτοῦ la salida del sol en su esplendor LXX Id.5.31.
3 ret. poder δ. καὶ βία de un discurso, Longin.1.4.

Greek Monolingual

η (AM δυναστεία) δυναστεύω
αρχή, εξουσία, ηγεμονία
μσν.- νεοελλ.
καταθλιπτική εξάσκηση εξουσίας, καταδυνάστευση, εξαναγκασμός
νεοελλ.
1. σειρά ηγεμόνων μιας χώρας που ανήκουν στην ίδια οικογένεια («η δυναστεία τών Αψβούργων»)
2. πολυμελής οικογένεια με μεγάλη πολιτική ή οικονομική ισχύ
μσν.
1. δύναμη
2. ορμητικότητα
3. (σε προσφώνηση) μεγαλειότητα
4. βίαιη πράξη, βιαιότητα
5. επιθανάτια αγωνία
6. στενοχώρια, θλιβερό γεγονός
7. (η γεν. ή δοτ. ως επίρρ.) δυναστείας ή δυναστείᾳ
με βίαιο τρόπο, με τη βία («τὴν ἐπῆρες δυναστείᾳ, χωρίς τὸ θέλημά σου», Θησηίς)
10. (η αιτ. ως επίρρ. ίσως από παρεξήγηση της δοτ. με (ν) δυναστείαν
με κίνδυνο
αρχ.-μσν.
σπουδαίες, δυναμικές πράξεις, κατορθώματα
αρχ.
1. (ειδ.) το ολιγαρχικό πολίτευμα
2. η διακυβέρνηση της ρωμαϊκής συγκλήτου
3. στον πληθ. δυναστεῑαι
οι αρχές πόλεως ή κράτους.

Greek Monotonic

δῠναστεία: ἡ,
I. εξουσία, κυριαρχία, ηγεμονία, σε Σοφ., Θουκ. κ.λπ.
II. ολιγαρχία (πολιτειακή κατάσταση μεταξύ τυραννίδας και δημοκρατίας σύμφωνα με τον Αριστ.), στον ίδ., σε Ξεν.

Russian (Dvoretsky)

δῠναστεία: ἡ тж. pl.
1) власть, господство (ἀρχὴ καὶ δ. Soph.; αἱ δυναστεῖαι πολιτικαί Plat.; αἱ δυναστεῖαι τὴν τιμὴν ἔχουσιν Plut.);
2) (тж. δ. ὀλίγων ἀνδρῶν Thuc. и ὑπὸ τῶν ὀλίγων δ. Plat.) самовластие, олигархия Thuc., Lys., Plat.;
3) могущество, влиятельность (γνώριμος γενόμενος διὰ δυναστείας τινός Lys.);
4) pl. власти, правительство (τῶν πόλεων Polyb.).

Middle Liddell

δῠναστεία, ἡ, n
I. power, lordship, sovereignty, Soph., Thuc., etc.
II. an oligarchy, Thuc., Xen. [from δῠναστεύω]