Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ῥώμη

Ἀλλ’ ἐσθ’ ὁ θάνατος λοῖσθος ἰατρός κακῶν -> But death is the ultimate healer of ills
Sophocles, Fragment 698
Full diacritics: ῥώμη Medium diacritics: ῥώμη Low diacritics: ρώμη Capitals: ΡΩΜΗ
Transliteration A: rhṓmē Transliteration B: rhōmē Transliteration C: romi Beta Code: r(w/mh

English (LSJ)

ἡ, (ῥώομαι)

   A bodily strength, might, Xenoph.2.11, Hdt.1.31, 8.113; γυίων ῥ. A.Pers.913 (anap.); μεῖζον ἢ κατ' ἐμὰν ῥώμαν S.Tr. 1019(lyr.); ἐπ' ἀσθενοῦς ῥώμης ὀχούμεθ' E.Or.69; ἀκμαζούσῃ τῇ ῥώμῃ τῶν χειρῶν χρώμενος Antipho 4.3.3, cf. Agatho 27; εἴ τῳ . . προλίποι ἡ ῥ. καὶ τὸ σῶμα, i.e. his bodily strength, Th.7.75; ὁ μετὰ ῥώμης γιγνόμενος θάνατος in the full strength or vigour of life, Id.2.43; ὑγίειαν καὶ ῥ. Pl.Phdr.270b; τὴν ἰσχὺν δεινὰ καὶ τὴν ῥ. Id.Smp.190b; ῥ. καὶ τόλμῃ D.18.220; ῥώμης ἀκμή Eub.7.6: pl., πιστεύοντες ταῖς αὑτῶν ῥ. Lys.24.16; ταῖς τῶν σωμάτων ῥ. X.Cyr.3.3.19.    2 of nations, armies, and the like, τὴν παροῦσαν νῦν ῥ. πόλεως Th.4.18.    3 of things, strength, force, might, δορός E.Supp.26; πνίγους Pl.Lg. 633c; πνεύματ' ἀνέμων οὐκ ἀεὶ ῥώμην ἔχει E.HF102; also ῥ. ψυχῆς X.Cyr.4.2.14; ἡδονῶν Pl.Lg.841a; τοῦ λέγειν ib.711e; λόγου Id.Phdr.267a; ἡ τῶν λόγων ῥ. Cratin.Jun.7.3.    4 οὐ μιᾷ ῥώμῃ not single-handed, S.OT123: a force, i.e. army, X.An.3.3.14, HG7.4.16.    5 confidence, τοῖς Λακεδαιμονίοις ἐγεγένητό τις ῥ., διότι τοὺς Ἀθηναίους ἐνόμιζον διπλοῦν τὸν πόλεμον ἔχοντας . . εὐκαθαιρετωτέρους ἔσεσθαι Th.7.18, cf. 42, 4.29.

German (Pape)

[Seite 854] ἡ, 1) Leibesstärke, Kraft; Her. 1, 31; λέλυται γὰρ ἐμῶν γυίων ῥώμη, Aesch. Pers. 877; τοὔργον τόδε μεῖζον ἀνήκει ἢ κατ' ἐμὰν ῥώμαν, Soph. Tr. 1015; ἐπ' ἀσθενοῦς ῥώμης ὀχούμεθα, Eur. Or. 69; πνεύματ' ἀνέμων οὐκ ἀεὶ ῥώμήν ἔχει, Herc. F. 102; Plat. u. sonst; auch plur., πιστεύοντες ταῖς αὑτῶν ῥώμαις, Lys. 24, 16; τὰς αὑτῶν ῥώμας ἐπιδείκνυνται, Dem. 58, 65. – 2) Gewalt, Macht, Muth; πνίγους, Plat. Legg. I, 633 c; τοῦ λέγειν, IV, 711 e; auch Heeresmacht, Kriegsmacht, Xen. An. 3, 3, 14 Hell. 7, 4, 16; Ἑλλήνων, Isocr. 4, 125.

Greek (Liddell-Scott)

ῥώμη: ἡ, (ἴδε ῥώομαι) σωματικὴ ἰσχύς, δύναμις, Ἡρόδ. 1. 31, 8. 113· γυίων ῥ. Αἰσχύλ. Πέρσ. 913· μεῖζον ἢ κατ’ ἐμὰν ῥώμαν Σοφ. Τρ. 1019· ἐπ’ ἀσθενοῦς ῥώμης ὠχούμεθ’ Εὐρ. Ὀρ. 69· ῥώμῃ χειρῶν χρῆσθαι Ἀντιφῶν. 127. 25· εἴ τῳ ... προλείποι ἡ ῥ. καὶ τὸ σῶμα, δηλ. ἡ σωματικὴ αὐτοῦ ῥώμη, δύναμις, Θουκ. 7. 75· μετὰ ῥώμης ὁ αὐτ. 2. 43· ὑγίειαν καὶ ῥ. Πλάτ. Φαῖδρ. 270Β· τὴν ἰσχὺν δεῖνα καὶ τὴν ῥ. ὁ αὐτ. ἐν Συμπ. 190Β· ῥ. καὶ τόλμῃ Δημ. 301. 26· ῥώμης ἀκμή Εὔβουλος ἐν «Ἀμαλθείᾳ» 1· - ἐν τῷ πληθ., πιστεύοντες ἐν ταῖς ἑαυτῶν ῥ. Λυσ. 169. 38· ταῖς τῶν σωμάτων ῥ. Ξεν. Κύρ. 3. 3, 19. 2) ἐπὶ ἐθνῶν, στρατῶν καὶ τῶν τοιούτων, τὴν παροῦσαν νῦν ῥ. πόλεως Θουκ. 4. 18· τοῖς Λακεδαιμονίοις ἐγεγένητό τις ῥ. ὁ αὐτ. 7. 18, πρβλ. 42., 4. 29. 3) ἐπὶ πραγμάτων, δύναμις, ἰσχύς, δορὸς Εὐρ. Ἱκέτ. 26· πνίγους Πλάτ. Νόμ. 633C· πνεύματ’ ἀνέμων ῥώμην ἔχει Εὐρ. Ἡρ. Μαιν. 102· ὁμοίως, ῥ. ψυχῆς Ξεν. Κύρ. 4. 2, 14· ἡδονῶν Πλάτ. Νόμ. 841Α· τοῦ λέγειν αὐτόθι 711Ε· λόγου ὁ αὐτ. ἐν Φαίδρ. 267Α· τῆς τῶν λόγων ῥώμης Κρατῖνος Νεώτερος ἐν «Ταραντίνοις» 1. 4) οὐ μιᾷ ῥώμῃ, οὐχ ἑνὸς ῥώμῃ, λῃστὰς ἔφασκε συντυχόντας οὐ μιᾷ ῥώμῃ κτανεῖν νῦν, ἀλλὰ σὺν πλήθει χειρῶν Σοφ. Ο. Τ. 123· ὡς τὸ δύναμις. 5) στρατιωτικὴ δύναμις, στράτευμα, Ξεν. Ἀνάβ. 3. 3, 14, Ἑλλ. 7. 4, 16. - Καθ’ Ἡσύχ.: «ῥώμη· δύναμις, ἰσχύς, ὄγκος, ὑγεία, ἀνδρεία». ΙΙ. Ῥώμη, ἡ, κατὰ πρῶτον μνημονεύεται παρὰ τοῖς Ἕλλησιν ἐν Ἀριστ. Ἀποσπ. 568, πρβλ. Πλαῦτ. 1. 7, 5· θεοποιεῖται ἐν ἐπιγραφαῖς, θεὰ Ῥώμη Συλλ. Ἐπιγρ. 478, 2696, κ. ἀλλ.

French (Bailly abrégé)

ης (ἡ) :
I. force physique, d’où
1 vigueur du corps;
2 en parl. de cités, d’États force provenant des ressources militaires, de la richesse, etc. ; particul. force militaire, armée;
II. au mor. force d’âme.
Étymologie: R. Ῥω être fort ; v. ῥώννυμι.

Greek Monolingual

η, / Ῥώμη, ΝΜΑ
η σημερινή πρωτεύουσα της Ιταλίας και κράτος της αρχαιότητας το οποίο περιλάμβανε, εκτός από την ομώνυμη πόλη, την Ιταλία και ολόκληρο τον μεσογειακό κόσμο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < λατ. Rōma, που είναι πιθ. ετρουσκικής προελεύσεως].

Greek Monotonic

ῥώμη: ἡ (ῥώομαι
I. σωματική δύναμη, ισχύς, σε Ηρόδ., Τραγ. κ.λπ.· οὐ μιᾷ ῥώμῃ, όχι η δύναμη ενός, όχι με τη δύναμη ενός μόνο, σε Σοφ.
II. στρατιωτική δύναμη, δηλ. στράτευμα, σε Ξεν.

Russian (Dvoretsky)

ῥώμη: дор. ῥώμα
1) сила, крепость, мощь (γυίων Aesch.; ἡδονῶν Plat.): ἡ ῥ. καὶ τὸ σῶμα Thuc. физическая сила; μιᾷ ῥώμῃ Soph. силой одного человека; ῥ. ψυχῆς Xen. душевная сила, мужество;
2) духовная мощь, мужество: μετὰ ῥώμης Thuc. мужественно;
3) могущество (πόλεως Thuc.);
4) вооруженные силы, войско (σὺν πολλῇ ῥώμῃ Xen.).

Middle Liddell

ῥώμη, ἡ, ῥώομαι
I. bodily strength, strength, might, Hdt., Trag., etc.; οὐ μιᾷ ῥώμῃ not single-handed, Soph.
II. a force, i. e. army, Xen.