φονή

From LSJ
Revision as of 20:24, 30 December 2018 by Spiros (talk | contribs) (6)

κρεῖττον εἶναι φιλοσόφως ἀποθανεῖν ἢ ἀφιλοσόφως ζῆν → that it is better to die in manner befitting a philosopher than to live unphilosophically

Source
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: φονή Medium diacritics: φονή Low diacritics: φονή Capitals: ΦΟΝΗ
Transliteration A: phonḗ Transliteration B: phonē Transliteration C: foni Beta Code: fonh/

English (LSJ)

ἡ, always, exc. in Suid., in pl.,

   A carnage, esp. on the field of battle, ἀσπαίροντας ἐν ἀργαλέῃσι φονῇσιν Il.10.521; ἐν φοναῖς καλῶς πεσόντ' A.Ag.447 (lyr.); ἐν φοναῖς πεπτῶτ' ἄθαπτον S.Ant.696; ἔτι ἐν τῇσι φονῇσι ἐόντας Hdt.9.76; κομισθέντα ἐκ τῶν φονῶν Ael.NA5.1; also of slain beasts, θηρὶ μαχέσσασθαι ἕλικος βοὸς ἀμφὶ φονῇσιν Il.15.633; ἐν φοναῖς θηροκτόνοις E.Hel.154.    II blood shed by slaying, θῆκέ τ' Αἴγισθον ἐν φοναῖς laid him weltering in his blood, Pi.P.11.37, cf. Ael.NA1.18,3.21; φονῶν is prob. for φόνων in S.El.11, Tr.558; so ἑρπετὰ καὶ δάκετα . . ὑπ' ἐμᾶς πτέρυγος ἐν φοναῖς ὄλλυται come to a bloody end, Ar.Av.1070 (lyr., paratrag.); ποίῳ δὲ κἀπελύσατ' ἐν φοναῖς τρόπῳ; what was the manner of her bloody end? S.Ant.1314; φοναῖς murderously, ib.1003 (expld. as Adj. by Sch., cf. φονός).

German (Pape)

[Seite 1298] ἡ (φένω), Mord, Ermordung; oft im plur., ἀσπαίρειν ἐν ἀργαλέῃσι φονῇσιν Il. 10, 521; μαχήσασθαι βοὸς ἀμφὶ φονῇσιν 15, 633; τιθέναι τινὰ ἐν φοναῖς, = φονεύειν, morden, Pind. P. 11, 37; τὸν ἐν φοναῖς καλῶς πεσόντα Aesch. Ag. 435, wie Soph. Ant. 692; ἐν φονῇσιν εἶναι, im Morden begriffen sein, Her. 9, 76; σπᾶν φοναῖς Soph. Ant. 990, in Mord u. Blut herumzerren; ἄπεστιν ἐν φοναῖς θηροκτόνοις Eur. Hel. 153, er ist abwesend bei Wild tödtendem Morde, d. i. er ist auf der Jagd; μαστὸς ἐν φοναῖς, die Brust mit Blut und Wunden bedeckt, El. 1207. – Auch der Mordplatz, die Wahlstatt, s. Böckh explic. Pind. P. 11, 1-37.

Greek (Liddell-Scott)

φονή: ἡ, (*φένω) σφαγή, φόνος, ἀείποτε ἐν τῷ πληθ. (πλὴν παρὰ Σουΐδ.), ἀσπαίρειν ἐν ἀργαλέῃσι φονῇσιν Ἰλ. Κ. 521· μαχήσασθαι βοὸς ἀμφὶ φονῇσι Ἰλ. Ο. 633· τιθέναι τινὰ ἐν φοναῖς = φονεύειν Πινδ. Π. 11. 57· ἐν τῇσι φονῇσιν εἶναι, ἐν τῇ πράξει τοῦ φονεύειν, Ἡρόδ. 9. 76· ἐν φοναῖς πεσὼν Αἰσχύλ. Ἀγ. 446, πρβλ. Σοφ. Ἀντ. 666, 1314, Εὐρ. Ἠλ. 1207· οὕτως ἐν παρῳδουμένῳ Τραγικ. χωρίῳ, ἐν φοναῖς ὄλλυται Ἀριστοφ. Ὄρν. 1070· σπᾶν φοναῖς, διασπᾶν, σπαράττειν ἐν φόνῳ, δηλ. φονικῶς, Σοφ. Ἀντ. 1003 (ἔνθα ὁ Σχολ. ἡμαρτημένως λαμβάνει τὸ φοναῖς ὡς ἐπίθετ.)· ἄπεστιν ἐν φοναῖς θηροκτόνοις, ἀπουσιάζει φονεύων ζῷα ἐν θήρᾳ, Εὐρ. Ἑλ. 154. ΙΙ. τόπος σφαγῆς, πεδίον μάχης, ἴδε Böckh εἰς Πινδ. Π. 11. 37 (56)· καὶ οὕτω τινὲς ἑρμηνεύουσι τὸ ἐν Ἰλ. Ο. 633. ― Ποιητ. λέξις ἐν χρήσει ἅπαξ παρ’ Ἡροδ. καὶ τοῖς μεταγεν. πεζογράφοις, ὁ δὲ τύπος φόνος εἶναι καὶ παρὰ ποιηταῖς συνηθέστερος, ἀποκλειστικῶς δὲ ἐν χρήσει ἐν τῷ πεζῷ Ἀττικῷ λόγῳ.

English (Autenrieth)

massacre, murder, pl., ‘rending,’ Il. 15.633.

Greek Monolingual

ἡ, Α
(ποιητ. τ.) συν. στον πληθ.
1. σφαγή, φόνος, φονικό, μακελλειό (α. «τον δ' ἐν φοναῑς καλῶς πεσόντα», Αισχύλ.
β. «ἄνδρας ἀσπαίροντας ἐν ἀργαλέῃσι φονῇσιν», Ομ. Ιλ.)
2. τόπος σφαγής, θέση σκοτωμού, πεδίο μάχης
3. σπαραγμένο ζώο, αιμόφυρτο πτώμα («μαχήσασθαι... βοὸς ἀμφὶ φονῇσιν», Ομ. Ιλ.)
4. (η δοτ. πληθ. ως επίρρ.) φοναῑς
σε φόνο, με φονικό, σε φονικό («σπῶντας... φοναῑς», Σοφ.)
5. φρ. α) «τιθέναι τινὰ ἐν φοναῑς» — φονεύω κάποιον (Πίνδ.)
β) «ἄπεστι... ἐν φοναῑς θηροκτόνοις» — απουσιάζει, βρίσκεται σε κυνήγι σκοτώνοντας ζώα (Ευρ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. Παρλλ. τ. της λ. φόνος κατά τα θηλ.].

Greek Monotonic

φονή: ἡ (*φένω), σφαγή, φόνος, πάντα σε πληθ., σε Ομήρ. Ιλ.· ἐν τῇσι φονῇσιν ἐόντας, βρίσκομαι στην πράξη του φόνου, σε Ηρόδ.· ἐν φοναῖς πεσών, σε Αισχύλ.· σπᾶν φοναῖς, σπαράσσω δολοφονικώς, σε Σοφ.· ἄπεστιν ἐν φοναῖς θηροκτόνοις, απουσιάζει από τη θανάτωση των ζώων κατά το κυνήγι, σε Ευρ.