cambio
Σιγᾶν ἄμεινον ἢ λαλεῖν, ἃ μὴ πρέπει → Decet tacere quam loqui, quae non decet → Schweig besser still, als dass du sagst, was du nicht darfst
Latin > English (Lewis & Short)
cambio: īre, v. n. (
I perf. campsi, acc. to Charis. pp. 219 and 233 P., and Prisc. p. 906 ib.) whence the Ital. and mercantile cambio, cambiare, cambiatura, etc.; Fr. change, changer, etc.; Engl. change, etc.], to exchange, barter: muto, ἀμείβομαι, Charis. l.l. (post-class. and very rare), App. Mag. p. 284; Sicul. Flacc. Cond. Agr. p. 13 Goes.
Latin > French (Gaffiot 2016)
cambĭō, āvī, āre, tr., échanger, troquer : Apul. Apol. 17. 4e conj. campsi, cambire Char. 247 ; 262 ; Prisc. Gramm. 10, 52.
Latin > German (Georges)
cambio, āvī, āre (κάμπτω), wechseln, tauschen, Apul. apol. 17. Gromat. vet. p. 151, 20. – / Nbf. cambio, cambsi od. campsi, angef. v. Charis. 247, 9 u. 262, 5. Prisc. 10, 52.
Spanish > Greek
διάβασις, ἀμειβώ, ἀνταλλαγή, ἀντιμετάταξις, ἀλλοίωμα, ἀλλοίωσις, διατροπή, ἀμοιβή, διάλλαξις, ἐναλλοίωσις, ἐξαλλαγή, ἄλλαξις, ἀλλαγή, ἀλλαγίη, διαλλαγή, ἔκστρεψις, ἀλλαγμός, ἀντιμετάληψις, ἐναλλαγή, ἐξάλλαξις, ἀντίπρασις, διαλλάσσω, διάφορος, ἐνάλλαξις, ἐκτροπή, διάμειψις, ἄμειψις, ἄλλαγμα, ἔκβασις, ἐνάλλαγμα, ἀγχίστροφος, διαστολή, διάλλαγμα, ἀλλοιοτροπία, ἀναστροφή