πληθύς
Μιμοῦ τὰ σεμνά, μὴ κακῶν μιμοῦ τρόπους → Graves imitatormores, ne imitator malos → Das Edle nimm zum Vorbild, nicht der Schlechten Art
English (LSJ)
ύος, ἡ, Ep. dat. A πληθυῖ Il.22.458, Od.11.514, 16.105:—Ion. for πλῆθος, throng, crowd, of people, Hom.ll. cc.; = δῆμος, Leg.Gort. 6.52; majority, πληθὺν δὲ νικῆν IG9(1).333.18 (Locr., v B.C.): as Noun of multitude with pl. Verb, ὣς φάσαν ἡ π. Il.2.278: in later Prose, Pl.Ax. 366b, LXX 3 Ma.4.17; τῆς στρατιᾶς τὴν π. συχνήν Plu.Pomp.39, cf. Luc. Cont.15, etc.; = Lat. plebs, D.H.7.16, etc. [ῡ in nom. and acc. sg., in other cases ῠ.]
German (Pape)
[Seite 632] ύος, ἡ, ion. = πλῆθος, Fülle, Menge; bes. Menschenmenge, oft bei Hom., σὔποτ' ἐνὶ πληθυῖ μένεν ἀνδρῶν, Il. 22, 458; vgl. bes. ἡγεμόνας Δαναῶν ἕλεν, αὐτὰρ ἔπειτα πληθύν, 11, 305, wie πληθὺν ἀνώξομεν ἀπονέεσθαι, αὐτοὶ δ' ὅσσοι ἄριστοι, 15, 295; auch als Collectivum mit dem Verbum im Plural, 2, 278, ἃς φάσαν ἡ πληθύς; einzeln auch bei Sp., wie Plat. Ax. 266 b, Luc. Char. 15. – [List im nom. u. acc. sing. bei Hom. lang, bei Sp., wie Ap. Rh., zuweilen kurz, doch sind diese Beispiele nicht sicher, vgl. Wern. Tryphiod. 322; in den übrigen Casus kurz.]
Greek (Liddell-Scott)
πληθύς: -ύος, ἡ, Ἐπικ. δοτ. πληθυῖ, οὐχὶ -ύϊ, Ἰλ. Χ. 458, Ὀδ. Λ. 514, Π. 105· ― Ἰων. ἀντὶ πλῆθος, Ὅμ. ἔνθ’ ἀνωτ.· ὡς ὄνομα περιληπτικὸν μετὰ ῥήματος πληθυντ., Ἰλ. Β. 278· ὡσαύτως παρὰ μεταγεν. πεζολόγοις, Πλάτ. Ἀξίοχ. 366Β· τῆς στρατιᾶς τὴν πλ. πολλὴν Πλουτ. Πομπ. 39· Λουκ. κλ. [ῡ ἐν τῇ ὀνομ. καὶ αἰτ. τοῦ ἑνικοῦ ἀείποτε παρ’ Ὁμ.· ― παρὰ μεταγεν. ὡς παρ’ Ἀπ. Ροδ. ἐνίοτε ῠ, ἂν καὶ τὰ παραδείγματα εἶναί πως ἀμφίβ., Wern εἰς Τρυφιόδ. (γραπτ. Τριφ-). 322· ἄλλως ἀείποτε ῠ].
French (Bailly abrégé)
ύος (ἡ) :
foule, particul. foule d’hommes ; au sg. collect. le bas peuple.
Étymologie: ion. c. πλῆθος.
English (Autenrieth)
ύος=πλῆθος, esp. of the masses, the commons, as opp. to the chiefs, Il. 2.143, 278.
Greek Monolingual
-ύος, ἡ, ΜΑ
πλήθος, μεγάλος αριθμός ανθρώπων ή πραγμάτων, πληθώρα.
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. συνδέεται με τον τ. πλῆθος και έχει πιθ. σχηματιστεί από το ρ. πληθύνομαι, αν δεχθούμε ότι αυτό παράγεται απευθείας από το πλῆθος (βλ. πληθύνω)].
Greek Monotonic
πληθύς: [ῡ], -ύος, ἡ, Επικ. δοτ. πληθυῑ, πληρότητα, πλήθος, όχλος, λέγεται για πρόσωπα, σε Όμηρ., Πλούτ. κ.λπ.
Dutch (Woordenboekgrieks.nl)
πληθύς -ύος, ἡ [πλῆθος] Ion. voor πλῆθος; πληθῡ - in nom. en acc. sing., πληθῠ - in andere\n naamvallen; ep. dat. sing. πληθυῖ, menigte:; πληθὺν μὲν ποτὶ νῆας ἀνώξομεν ἀπονέεσθαι laten we de menigte aansporen naar de schepen terug te gaan Il. 15.295; overmacht:. εἰ δ ’ αὖ με πληθυῖ δαμασαίατο μοῦνον ἐόντα als ze mij in mijn eentje door hun overmacht zouden overweldigen Od. 16.105.
Russian (Dvoretsky)
πληθύς: ύος ἡ (nom. и acc. sing. ῡ; эп. dat. sing. πληθυῖ) (= πλῆθος) множество, масса (ἀνδρῶν Hom.; τῆς στρατιᾶς Plut.).
Middle Liddell
πληθύ¯ς, ύος, ἡ,
fulness, a throng, a crowd, of people, Hom., Plut., etc.