ἐργώδης

From LSJ
Revision as of 08:10, 24 August 2022 by Spiros (talk | contribs) (Text replacement - "<span class="sense"><span class="bld">A<\/span> (?s)(?!.*<span class="bld">)(.*)(<\/span>)(\n}})" to "$1$3")

Καρπὸς γὰρ ἀρετῆς ἐστιν εὔτακτος βίος → Composita recte vita frux virtutis est → Ein wohlgeordnet Leben ist der Tugend Frucht

Menander, Monostichoi, 298
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ἐργώδης Medium diacritics: ἐργώδης Low diacritics: εργώδης Capitals: ΕΡΓΩΔΗΣ
Transliteration A: ergṓdēs Transliteration B: ergōdēs Transliteration C: ergodis Beta Code: e)rgw/dhs

English (LSJ)

ες, difficult, troublesome, ἐργώδες φαρμακεύεσθαι = hard to purge, Hp.Aph.2.37, cf. X.Mem.2.6.9; ἐ. αἱ φαρμακεῖαι Hp.Aph.4.5; of persons, Thphr.Char.6.10; θυγάτηρ κτῆμ' ἐστὶν ἐργῶδες πατρί Men. 60; πολέμιος Plu.Marc.30; ἐργῶδές (ἐστιν) c.inf., Arist.EN1171a5, Philippid.9.9, cf. Sosip.1.24: Comp. ἐργωδέστερον Arist.EN1102a25, Luc.Halc.4: Sup. ἐργωδέστατος X.Mem.1.3.6. Adv. ἐργωδῶς = with difficulty, ὑγιάζεται Hp.Aph.6.6, cf. Thphr.HP9.16.5, Ph.Bel.84.12.

German (Pape)

[Seite 1022] ες, mühsam, schwierig, lästig, Plat. Ep. IX, 357 e; θυγάτηρ κτῆμ' ἐστὶν ἐργῶδες πατρί Men. Stob. fl. 77, 5; Sp., wie Luc. Hermot. 1 Saturn. 7; πολέμιος Plut. Marc. 30; ἐργωδέστερον Xen. Mem. 2, 6, 9; ἐργωδέστατον 1, 3, 6.

Greek (Liddell-Scott)

ἐργώδης: -ες, (εἶδος) ἐπίπονος, ὀχληρός, ἐργ. φαρμακεύεσθαι, δύσκολος πρὸς κάθαρσιν, Ἱππ. Ἀφ. 1245, πρβλ. 1249, Ξεν. Ἀπομν. 2. 6, 9· θυγάτηρ κτῆμ’ ἐστὶν ἐργῶδες πατρὶ Μένανδ. ἐν «Ἀνεψιοῖς» 2· πολέμιος Πλουτ. Μάρκελλ. 30· ἐργῶδές ἐστιν, μετ’ ἀπαρ., Ἀριστ. Ἠθ. Ν. 9. 10, 5 κ. ἀλλ.· ἐργωδέστερον αὐτόθι 1. 13, 8, κ. ἀλλ. - Συγκριτ. καὶ ὑπερθ. -έστερος, -έστατος, Λουκ. Ἁλκ. 4, Ξεν. Ἀπομν. 3. 3, 6.

French (Bailly abrégé)

ης, ες:
laborieux, difficile.
Étymologie: ἔργον, -ωδης.

Greek Monolingual

-ες (AM ἐργώδης, -ες) έργον
επίπονος, κοπιαστικός.

Greek Monotonic

ἐργώδης: -ες (εἶδος), επίπονος, σκληρός, ενοχλητικός, σε Ξεν. κ.λπ.

Russian (Dvoretsky)

ἐργώδης:
1) крайне трудный, тяжелый (κρίσις Arst.): ἄκοντα φίλον ἑλεῖν ἐργῶδες (sc. ἐστίν) Xen. трудно сделать (кого-л.) другом насильно;
2) тяжелый, тягостный, неприятный (κτῇμα Men.; πολέμιος Plut.).

Middle Liddell

ἐργ-ώδης, ες εἶδος
irksome, troublesome, Xen., etc.