Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πολέμιος

κόσμος σκηνή, ὁ βίος πάροδος· ἦλθες, εἶδες, ἀπῆλθες -> The world is a stage, life is a performance, you came, you saw, you departed
Democritus, fr. 115 D-K
Full diacritics: πολέμιος Medium diacritics: πολέμιος Low diacritics: πολέμιος Capitals: ΠΟΛΕΜΙΟΣ
Transliteration A: polémios Transliteration B: polemios Transliteration C: polemios Beta Code: pole/mios

English (LSJ)

α, ον, also ος, ον E.Supp.1192, Ar.Av.344 (lyr.):—

   A of or belonging to war, κάματοι Pi.P.2.19; ὅπλα Expl.Arch. de Délos 11.140; τὰ π. war and its business, Hdt.5.78, Th.4.80 (s.v.l.), etc.; παρασκευάζεσθαι τὰ π. Id.1.18.    II more freq. of or like an enemy, hostile, ἄνδρες Pi. P.1.80; χείρ Id.N.4.55; χθών A.Th.588; δόρυ ib.216, etc.; ἄνδρα π. ἐχθρόν τε S.Ph.1302; π. δυσμενῆ τε ib.1323; π. τινί hostile to one, Hdt.1.4, E.Hec.1138; π. πῦρ νεύροις Hp.Art.11.    b freq. as Subst., enemy, Hdt.1.87, Pi.P.1.15, etc.; οἱ π. the enemy, Th.1.84, 2.43, etc.    c τὸ φύσει π. natural hostility, Id.4.60; τὸ π. τῶν Ἀθηναίων towards them, Id.5.11.    2 generally, opposed, adverse, δύο… ἐόντα -ώτατα Hdt. 7.47; δύο… ἔτι πολεμιώτερα (sc. γῆ καὶ θάλασσα) ib.49; τὸ ἔλαιον ταῖς θριξὶ -ώτατον ταῖς τῶν ἄλλων ζῴων most hurtful, Pl.Prt.334b; πολεμία ἡ ὀσμὴ τοῖς ὄφεσιν Arist.HA612a29.    III of or from the enemy, φόβος A.Th.270; φρυκτοί Th.2.94; φίλια καὶ π. ναυάγια Lys.2.38; τριήρεις IG22.29.15; πολέμια, τά, enemy's wares, contraband, Ar.Ach. 912; ἡ π. (sc. γῆ, χώρα) the enemy's country, X.Cyr.3.3.16, etc., cf. S.Aj.819.    IV Adv. -ίως in hostile manner, φιλίως, οὐ π. Th.3.65, cf. 66, etc.; π. ἔχειν τινί X.Cyn.7.11: Sup. -ιώτατα, διακείμενος SIG741.19 (Epist. Mithrid., i B.C.).—πολέμιος is older than πολεμικός, being always used by Pi. and Trag., and mostly by Hdt. and Th.; in X. and later writers, πολέμιος is mostly used in the sense of hostile, πολεμικός in that of warlike, skilled in war.

German (Pape)

[Seite 654] auch 2 Endgn, den Krieg betreffend, kriegerisch, bes. feindlich; Pind. κάματοι, P. 2, 19, ἄνδρες, 1, 80; feindlich, πολεμίᾳ χερί, N. 4, 55; τινός, P. 1, 15; δόρυ, Aesch. Spt. 398; πολεμίας ἐπ' ἀσπίδος, 541; auch χθών, Feindesland, 570; οἱ πολέμιοι, die Feinde, 259; ἄνδρα πολέμιον ἐχθρόν τε, Soph. Phil. 1286; ἐν γῇ πολεμίᾳ, Ai. 806; Teuker nennt sich τὸν ἐκ δορὸς γεγῶτα πολεμίου νόθον, den Sohn des Krieges, der kriegserbeuteten Sklavinn, 992; ἔργα, alles zum Kriege Gehörige, Kriegswesen, Kriegskunst, Her. 3, 4. 5, 78. 111; entgegengesetzt, widerstreitend, 7, 47. 48; u. so auch sonst von Sachen, τὸ ἔλαιον ταῖς θριξὶν πολεμιώτατον, Plat. Prot. 334 b. – Als subst. der Feind, Her. 1, 78. 79; feindselig, εἰ πολέμιος ὥςπερ λύκος ἐπὶ ποίμνην τις ἴοι, Plat. Rep. III, 415 e; τὸν πολέμιον καὶ ἐναντιωσόμενον, Soph. 252 c; κόποι καὶ ὕπνοι μαθήμασι πολέμιοι, Rep. VII, 537 b (u. so gew. c. dat., einzeln auch c. gen., wie τῆς ἑαυτῶν πολεμίας χώρας, Xen. An. 4, 7, 19); Ggstz φίλιος, Conv. 221 b; Xen. u. Folgde; bes. ἡ πολεμία, sc. γῆ, Feindesland, Xen. An. 4, 7, 20 u. öfter, wie Pol. u. Sp.

Greek (Liddell-Scott)

πολέμιος: -α, -ον, ὡσαύτως ος, ον, Εὐρ. Ἱκέτ. 1191· ― ὁ ἀνήκων εἰς τὸν πόλεμον, κάματοι Πινδ. Π. 2. 37· δόρυ Αἰσχύλ. Θήβ. 216. 416, κτλ.· ― τὰ πολέμια, πᾶν ὅ,τι ἀνήκει εἰς τὸν πόλεμον, ὁ πόλεμος καὶ τὰ κατ’ αὐτόν, Ἡρόδ. 5. 78, Θουκ. 4. 80, κτλ.· τὰ π. ἄλκιμος Ἡρόδ. 3. 4· παρασκευάζεσθαι τὰ π. Θουκ. 1. 18. ΙΙ. ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, ὁ ἀνήκων εἰς ἐχθρόν, ἐχθρικός, Πινδ. Π. 1. 156, Ν. 4. 90, Τραγ., Θουκ., κτλ.· γῆ καὶ θάλασσα Ἡρόδ. 7. 49· χθὼν Αἰσχύλ. Θήβ. 588· δόρυ αὐτόθι 216, κτλ.· ἄνδρα π. ἐχθρόν τε Σοφ. Φιλ. 1302· π. δυσμενῆ τε αὐτόθι 1323· ― π. τινι Ἡρόδ. 1. 4, Εὐρ. Ἑκάβ. 1138· π. νεύροισι πῦρ Ἱππ. π. Ἄρθρ. 789· ἀλλ’ ὡσαύτως, β) ὡς οὐσιαστ., ἐχθρός, Ἡρόδ. 1. 78, Πινδ. Π. 1. 30, καὶ Ἀττ.· οἱ π. οἱ ἐν πολέμῳ ἐχθροί, τὰς τῶν πολεμίων παρασκευὰς Θουκ. 1. 84., 2. 43, κτλ. γ) τὸ π., ἡ ἔχθρα, ἐχθρότης, Θουκ. 4. 60· τῶν Ἀθηναίων, πρὸς τοὺς Ἀθ., ὁ αὐτ. 5. 11. 2) καθόλου, ἀντικείμενος, ἐναντίος, δύο… ἐόντα πολεμιώτατα Ἡρόδ. 7. 47· τὸ ἔλαιον ταῖς θριξὶ πολεμιώτατον ταῖς τῶν ἄλλων ζῴων πλὴν ταῖς τοῦ ἀνθρώπου, ἐπιβλαβέστατον εἰς τὰς τρίχας τῶν ἄλλων ζῴων κτλ., Πλάτ. Πρωτ. 334Β· πολεμία ἡ ὀσμὴ τοῖς ὄφεσιν Ἀριστ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 9. 6, 7. ΙΙΙ. ὁ ἐκ τοῦ ἐχθροῦ ἢ τῶν ἐχθρῶν, φόβος Αἰσχύλ. Θήβ. 270· φρυκτοὶ Θουκ. 2. 94· ναυάγια Λυσ. 194. 17· πολέμια, τά, ἐχθρικαὶ ἀποσκευαί, ἀπηγορευμένον ἐμπόρευμα, Ἀριστοφ. Ἀχ. 912· ― ἡ πολεμία (δηλ. γῆ, χώρα), ἡ τῶν ἐχθρῶν χώρα, Ξεν. Κύρ. 3. 3, 16, κτλ.· πρβλ. Σοφ. Αἴ. 819. IV. Ἐπίρρ. -ίως, κατὰ τρόπον πολέμιον, φιλίως οὐ π. Θουκ. 3. 65, πρβλ. 66, κτλ.· π. ἔχειν τινὶ Ξεν. Κυν. 7, 11. ― τὸ πολέμιος εἶναι καθόλου παλαιότερον τοῦ πολεμικός, καὶ εἶναι ἀείποτε ἐν χρήσει παρ’ Ἡροδ., Πινδ., καὶ τοῖς τραγ., καὶ τὸ πλεῖστον παρὰ Θουκ.· παρὰ δὲ Ξεν. καὶ τοῖς μετέπειτα τὸ πολέμιος εἶναι κατὰ τὸ πλεῖστον ἐν χρήσει ἐπὶ τῆς σημασίας τοῦ ἐχθρικός, τὸ δὲ πολεμικὸς ἐπὶ τῆς σημασίας τοῦ ἐπιτήδειος, ἄξιος εἰς τὸν πόλεμον. ― Ἴδε Κόντου Παρατηρήσεις εἰς Ἀριστ. Ἀθην. Πολιτείαν ἐν Ἀθηνᾶς τ. Γ΄, σ. 301.

French (Bailly abrégé)

α ou ος, ον :
I. de guerre, qui concerne la guerre : τὸν ἐκ δορὸς γεγῶτα πολεμίου SOPH celui né d’une lance de guerre, càd de la captive enlevée à l’ennemi avec la lance de guerre ; τὰ πολέμια les travaux ou l’art de la guerre;
II. ennemi de guerre ; οἱ πολέμιοι ou collectiv. au sg.πολέμιος les ennemis, l’ennemi ; ἡ πολεμία (γῆ) le territoire ennemi ; p. suite
1 qui concerne l’ennemi : φρυκτοὶ πολέμιοι THC broussailles allumées pour annoncer l’arrivée de l’ennemi;
2 qui vient de l’ennemi ; τὰ πολέμια, marchandises provenant de pays ennemi;
III. p. ext. ennemi en gén. : τινι ou τινος de qqn ou de qch.
Étymologie: πόλεμος.

English (Slater)

πολέμιος
 &nbspnbsp; a enemy πολεμίων ἀνδρῶν καμόντων (P. 1.80) pro subs., θεῶν πολέμιος, Τυφὼς (P. 1.15)
   b of things, of war πολεμίων καμάτων ἐξ ἀμαχάνων (P. 2.19) λατρίαν Ἰαολκὸν πολεμίᾳ χερὶ προστραπὼν Πηλεὺς (N. 4.55) ματέρ' πολεμίῳ πυρὶ πλαγεῖσαν (Pae. 2.30)

Greek Monolingual

-α, -ο / πολέμιος, -ία, -ον, ΝΜΑ, θηλ. και -ος, Α πόλεμος
1. ο σχετικός με τον πόλεμο, πολεμικός
2. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στον εχθρό, εχθρικός («ἐν γῇ πολεμίᾳ», Σοφ.)
3. (ως επίθ. και ως ουσ.) αυτός που αντιτίθεται, ο αντίπαλος
4. το αρσ. ως ουσ. ο πολέμιος
ο εχθρός (α. «να νικώνται εις τους κάμπους μας τών πολεμίων μας τ' άρματα», Κάλβ.
β. «τίς σε ἀνθρώπων ἀνέγνωσε ἐπὶ γῆν τὴν ἐμὴν στρατευσάμενον πολέμιον ἀντὶ φίλου ἐμοὶ καταστῆναι», Ηρόδ.)
Į

Greek Monotonic

πολέμιος: -α, -ον και -ος, -ον·
I. αυτός που ταιριάζει ή ανήκει στον πόλεμο, σε Πίνδ., Αισχύλ. κ.λπ.· τὰ πολέμια, οτιδήποτε ανήκει στον πόλεμο, ο πόλεμος και τα σχετικά με αυτόν, σε Ηρόδ., Θουκ. κ.λπ.
II. 1. αυτός που ανήκει ή μοιάζει με τον εχθρό, ο εχθρικός, σε Πίνδ., Τραγ. κ.λπ.· πολέμιός τινι, ο εχθρικός προς κάποιον, σε Ηρόδ. κ.λπ.· ως ουσ., εχθρός, σε Θουκ.· τὸ πολέμιον, η εχθρότητα, στον ίδ.
2. γενικά, αντίθετος, ενάντιος, σε Ηρόδ., Πλάτ.
III. αυτός που προέρχεται ή ανήκει στον εχθρό, σε Αισχύλ., Θουκ.· πολέμια, τά, τα παράνομα λάφυρα του εχθρού, λαθρεμπορεύματα, σε Αριστοφ.· ἡ πολεμία (ενν. γῆ, χώρα), η χώρα του εχθρού, σε Ξεν.
IV.επίρρ. -ίως, με εχθρικό τρόπο, σε Θουκ.

Russian (Dvoretsky)

πολέμιος: II ὁ (преимущ. pl.) враг, неприятель, противник Pind., Her., Thuc. etc.
3, редко
1) военный, боевой (κάματοι Pind.);
2) вражеский, неприятельский (χθών, δόρυ Aesch.; ναυάγια Lys.): φόβος π. Aesch. страх перед врагами; φρυκτοὶ πολέμιοι Thuc. сигнальные костры (предупреждающие о появлении неприятеля); ὁ ἐκ δορὸς πολεμίου γεγώς Soph. рожденный вражеским копьем, т. е. сын пленницы;
3) враждебный, неприязненный (γῆ καὶ θάλασσα Her.): δύο ἐόντα πολεμιώτατα Her. два опаснейших врага;
4) вредный (ταῖς θριξὶ π. Plat.).

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

πολέμιος -α -ον [πόλεμος] ook f. -ος oorlogs-; subst. τὰ\n πολέμια krijgszaken. Thuc. 1.18.3. vijandig (aan); met dat..; σφίσι εἶναι πολέμιον dat (Griekenland) hun vijand was Hdt. 1.4.4; subst. (ὁ) πολέμιος de vijand:, θεῶν πολέμιος vijand van de goden Pind. P. 1.15, collect..; Thuc. 4.10.3; subst. τὸ\n πολέμιον vijandschap:; κατὰ τὸ πολέμιον τῶν Ἀθηναίων wegens de vijandschap met Athene Thuc. 5.11.1; uitbr. onvoordelig, schadelijk:. ὁρῶν τοι δύο τὰ μέγιστα πάντων ἐόντα πολεμιώτατα omdat ik zie dat de twee zaken die het belangrijkst zijn van alles voor u het onvoordeligst zijn Hdt. 7.47.2; τὸ ἔλαιον... ταῖς θριξὶν πολεμιώτατον ταῖς τῶν ἄλλων ζῴων olijfolie is zeer schadelijk voor de haren van de andere levende wezens Plat. Prot. 334b. vijandelijk, van de vijand, voor de vijand:; πολέμιον δόρυ het vijandelijke leger Aeschl. Sept. 216; ἐπίφερε πολέμιον ὁρμάν doe een vijandelijke aanval Aristoph. Av. 344; πολέμιον φόβον angst voor de vijand Aeschl. Sept. 270; subst. ἡ\n πολεμία vijandelijk gebied. Xen. Cyr. 3.3.16.

Middle Liddell

πολέμιος, η, ον πόλεμος
I. of or belonging to war, Pind., Aesch., etc.: —τὰ πολέμια whatever belongs to war, war and its business, Hdt., Thuc., etc.
II. of or like an enemy, hostile, Pind., Trag., etc.: —π. τινι hostile to one, Hdt., etc.:—as Subst. an enemy, Hdt., attic; οἱ π. the enemy, Thuc.: —τὸ π. hostility, Thuc.
2. generally, opposed, adverse, Hdt., Plat.
III. of or from the enemy, Aesch., Thuc.; πολέμια, ων, τά, enemy's wares, contraband, Ar.: —ἡ πολεμία (sc. γῆ, χώρἀ, the enemy's country, Xen.
IV. adv. -ίως, in hostile manner, Thuc.