Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αἰκάλλω

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2
Full diacritics: αἰκάλλω Medium diacritics: αἰκάλλω Low diacritics: αικάλλω Capitals: ΑΙΚΑΛΛΩ
Transliteration A: aikállō Transliteration B: aikallō Transliteration C: aikallo Beta Code: ai)ka/llw

English (LSJ)

only pres. andimpf., (αἰκάλος)

   A flatter, wheedle, fondle, properly of dogs (cf. Phryn.PSp.36B.), c.acc., E.Andr.630, cf. Pl.Com. 21D.; τὸν δεσπότην ᾔκαλλε Ar.Eq.48; τὰ μὲν λόγι' αἰκάλλει με flatter, please me, ib.211; αἰκάλλει καρδίαν ἐμήν it cheers myheart. Id.Th.869; τοὺς περὶ τὴν αὐλήν Plb.5.36.1, cf. Axiop.3.4, Philostr.VA5.42:— Pass., ὑπό τινων Plb.15.25.31:—of a fox, σεσηρὸς αἰκάλλουσα wagging the tail fawningly, Babr.50.14.—Trag., Com., and later Prose.

Greek (Liddell-Scott)

αἰκάλλω: ἐν χρήσει μόνον κατ’ ἐνεστ. καὶ παρατατ. (αἴκαλος). Κολακεύω, θωπεύω, κυρίως ἐπὶ κυνῶν, (ἴδε ἐν τέλ. καὶ Α. Β. 21)· μετ’ αἰτ. Σοφ. Ο. Τ. 597, (τὰ χειρόγρ. ἔχουσιν ἐκκαλοῦσι), Εὐρ, Ἀνδρ. 630· τὸν δεσπότην ᾔκαλλε, Ἀριστοφ. Ἱπ. 48· τὰ μὲν λόγι’ αἰκάλλει με, μὲ κολακεύουσι, μὲ εὐχαριστοῦσι, αὐτόθι 211· αἰκάλλει καρδίαν ἐμήν, φαιδρύνει τὴν καρδίαν μου, ὁ αὐτ. Θεσμ. 869. - ἐπὶ κυνός, ὡς τὸ σαίνω, κινῶ τὴν οὐρὰν κολακευτικῶς, Βαβρ. 50.14.

French (Bailly abrégé)

impf. ᾔκαλλον;
caresser, flatter.
Étymologie: DELG terme familier ; origine inconnue.

Spanish (DGE)

1 intr., de anim. mover el rabo zalameramente, halagar θ[ῆρε] ς αἰκάλλοντι το[ῖ] σι Epich.247.4, de perros, Pl.Com.248, Phryn.PS p.36, Ath.99e, de la zorra σεσηρὸς αἰκάλλουσα Babr.50.14, cf. Sch.Ar.Eq.48.
2 tr. acariciar, mimar, hacer carantoñas fig. προδότιν ... κύνα E.Andr.630
gener. de pers. halagar τὸν δεσπότην Ar.Eq.48, cf. 211, καρδίαν ἐμήν Ar.Th.869, cf. Plb.5.36.1, 16.24.5, Philostr.VA 5.42, en v. pas. ὑπὸ τῶν πρὸς χάριν λεγόντων αἰκαλλόμενος Plb.15.25.34.

Greek Monotonic

αἰκάλλω: μόνο σε ενεστ. και παρατ. (αἰκάλος),
1. κολακεύω, θωπεύω, χαϊδεύω, καλοπιάνω, με αιτ., σε Σοφ., Ευρ.
2. απόλ. λέγεται για σκύλο, κουνώ την ουρά κολακευτικά, χαδιάρικα, με δουλοπρέπεια, σε Βάβρ. (αυτή είναι πιθ. και η ριζική σημασία).

Russian (Dvoretsky)

αἰκάλλω: ласкать (κύνα Eur.): τὰ μὲν λόγι᾽ αἰκάλλει με Arph. эти предсказания ласкают мой слух; τὸν δεσπότην αἰ. Arph. (о собаке) ласкаться к хозяину.

Etymological

Grammatical information: v.
Meaning: flatter, fondle (trag.) specifically said of animals
Other forms: only present. αἰκάλος κόλαξ H; αἰκάλη ἀπάτη Zonar.
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: Looks like a denominative of forms like those given in the glosses (unless these are based on the verb). Etym. unknown.

Middle Liddell

[αἰκάλος]
1. to flatter, wheedle, fondle, c. acc., Soph., Eur.
2. absol., of a dog, to wag the tail fawningly, Babr.: (this is prob. the orig. sense).

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

αἰκάλλω kwispelen tegen, met acc. ; overdr. vleien, paaien.