Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

βδελύκτροπος

Cras amet qui numquam amavit quique amavit cras amet -> May he love tomorrow who has never loved before; And may he who has loved, love tomorrow as well
Pervigilium Veneris
Full diacritics: βδελύκτροπος Medium diacritics: βδελύκτροπος Low diacritics: βδελύκτροπος Capitals: ΒΔΕΛΥΚΤΡΟΠΟΣ
Transliteration A: bdelýktropos Transliteration B: bdelyktropos Transliteration C: vdelyktropos Beta Code: bdelu/ktropos

English (LSJ)

ον, = foreg., A.Eu.52.

German (Pape)

[Seite 440] scheußlich, von den Eumeniden, Aesch. Eum. 52.

Greek (Liddell-Scott)

βδελύκτροπος: -ον, = τῷ προηγ., Αἰσχύλ. Εὐμ. 52· ἴδε Λοβ. Φρύν. 671.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
odieux, exécrable.
Étymologie: βδελύσσομαι, τρόπος.

Spanish (DGE)

-ον
repugnante, abominablede las Euménides μέλαιναι ... εἰς τὸ πᾶν βδελύκτροποι A.Eu.52.

Greek Monolingual

βδελύκτροπος, -ον (Α)
βδελυκτός, αποτρόπαιος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < βδελυκτο-τροπος, με συλλαβική ανομοίωση < βδελυκτός + τρόπος.

Greek Monotonic

βδελύκτροπος: -ον, = το προηγ., σε Αισχύλ.

Russian (Dvoretsky)

βδελύκτροπος: отвратительный Aesch.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

βδελύκτροπος -ον βδελύσσω, τρόπος walgelijk, weerzinwekkend.