Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

βδελύσσομαι

Τὸ νικᾶν αὐτὸν αὑτὸν πασῶν νικῶν πρώτη τε καὶ ἀρίστη -> The first and best victory is to conquer self.
Plato, Laws 626e
Full diacritics: βδελύσσομαι Medium diacritics: βδελύσσομαι Low diacritics: βδελύσσομαι Capitals: ΒΔΕΛΥΣΣΟΜΑΙ
Transliteration A: bdelýssomai Transliteration B: bdelyssomai Transliteration C: vdelyssomai Beta Code: bdelu/ssomai

English (LSJ)

Att. βδελύττομαι, fut.

   A -ύξομαι Hp.Mul.1.39,41 (Act. βδελύξειν wrongly cited by Erot.): aor. ἐβδελύχθην Ar.V.792, Plu. Alex.57, etc.; later ἐβδελυξάμην LXX Ge. 26.20, al., J.BJ6.2.10, Jul. Or.7.210d:—feel a loathing for food, Hp Il. cc.; to be sick, Ar.V. 792.    2 c. acc., feel a loathing at, Id.Ach.586, LXX l. c., al., Plu. Alex.57; β. [τραγῳδίας] Jul. l.c.; ὠμοφαγίαν ib.6.193c: β. ἀπό τινων LXX Ex.1.12.    II later causal, in Act., cause to stink, make loathsome or abominable, fut. -ύξω LXX Le.20.25: aor. ἐβδέλυξα ib.Ex. 5.21:—Med. and Pass., to be loathsome, fut. -υχθήσομαι ib.Si.20.8: aor. -ύχθην ib.Ps. 13(14).1: pf. ἐβδέλυγμαι ib.Pr.8.7; οἱ ἐβδελυγμένοι the abominable (in ref. to the use of βδέλυγμα as an idol), Apoc. 21.8:—this pf. in causal sense, LXX Pr.28.9. (Cf. βδέω.)

German (Pape)

[Seite 440] att. βδελύττομαι, dep. pass., Ekel empfinden, verabscheuen, bes. von übelriechenden Dingen, βδελυχθείς Ar. Vesp. 792; τινά Lys. 794 u. öfter; καὶ πέφρικα Nubb. 1117 u. Sp., wie Pol. 33, 16; βδελυχθείη Plut. amat. 8 E. – Das act. βδελύσσω nur K. S.; βδελύξαι 1. Maccab. 1, 48; ἐβδέλυγμαι pass. N. T. Apocal. 21, 8.

Greek (Liddell-Scott)

βδελύσσομαι: Ἀττ. -ττομαι· μέλλ. -ύξομαι Ἱππ. 606. 49., 607. 33· ἀόρ. ἐβδελύχθην Ἀριστοφ. Σφηξ. 792, Πλούτ. Ἀλεξ. 57, κτλ.· μεταγεν. ἐβδελυξάμην Ἑβδ., Ἰώσηπ.· ἀποθ. (βδέω). Αἰσθάνομαι ἀποστροφὴν πρὸς τὴν τροφήν, Ἱππ. ἐνθ’ ἀνωτ.· ἔχω ταραχὴν ἐν τῷ στομάχῳ, Ἀριστοφ. Σφηξ. 792. 2) μ. αἰτ. αἰσθάνομαι ἀποστροφὴν πρός τι, ἀποστρέφομαί τι, ὁ αὐτ. Ἀχ. 586. κτλ. ΙΙ. μεταγ. ἐν τῷ ἐνεργητ. μετὰ μεταβατ. σημασ. = κάμνω τινὰ νὰ γείνῃ βδελυκτός, κάμνω τινὰ ἀποστροφῆς ἄξιον, μέλλ. -ύξω, ἀόρ. ἐβδέλυξα, Ἑβδ. ‒ Μέσ. καὶ παθ., εἶμαι βδελυκτός, ἀποστροφῆς ἄξιος, μέλλ. -ύξομαι καὶ -υχθήσομαι, ἀόρ. ἐβδελυξάμην καὶ -ύχθην, πρκμ. ἐβδέλυγμαι, αὐτόθι· οἱ ἐβδελυγμένοι, οἱ μεμολυσμένοι (ἐν σχέσει πρὸς τὴν χρήσιν βδελύγματος, οἷον εἰδώλου), Ἀποκ. καʹ . 8· ‒ οὗτος ὁ πρκμ. ἐπὶ μεταβατ. σημασίας. Ἑβδ. (Παροιμ. κηʹ , 9).

French (Bailly abrégé)

v. βδελύττομαι.

Spanish (DGE)

• Alolema(s): át. -ττομαι, act. -ττω Hp. en Erot.29.7, LXX Ex.5.21, Le.20.25
I tr.
1 sentir repugnancia o aversión hacia la comida πάμπαν Hp.Mul.1.39, cf. Remed.83, l.c., πᾶν βρῶμα LXX Ps.106.18, σαρκοφαγίαν LXX 4Ma.5.8, cf. Ael.NA 14.4
hacia pers. τοιοῦτον ἄνδρα Ar.Eq.1288, cf. 1157, Au.126, 1501, τὰς γυναῖκας Ar.Lys.794, cf. Aristaenet.2.20.32, τὸν Ἡρακλείδην Plb.33.18.10, cf. LXX Le.20.23, Ἰουδαίους CPJ 141.9 (I a.C.)
hacia cosas, lugares o abstr. Πεισάνδρου ... τοὺς λόφους Ar.Pax 395, cf. Ach.586, ταῦτα Ar.Ach.599, τὸν Λέπρεον Ar.Au.151, ἀδικίαν LXX Ps.118.163, τὸ σημεῖον Plu.Alex.57, τὴν προσευχὴν αὐτοῦ LXX Pr.28.9, λόγον ὅσιον LXX Am.5.10, cf. I.BI 6.172, ὕβριν LXX Am.6.8, τὰ εἴδωλα Ep.Rom.2.22, τὰς πορφυρίδας I.AI 14.45, τὸ παρακολουθοῦν μῦσος ταῖς τικτούσαις Pall.H.Laus.68.3
esp. en rel. c. olores βδελυχθεὶς ὀσφρόμενος asqueado por haber olido (sc. pescado), Ar.V.792, αἰλούρους πάντα ὅσα δυσώδη ἐστὶ ... βδελύττεσθαι Ael.NA 6.27, βδελύττεσθαι μῦρον Ael.NA 1.38
en v. act. mismo sent. ἐβδελύξατε τὴν ὀσμὴν ἡμῶν LXX Ex.l.c., οὐ βδελύξετε τὰς ψυχὰς ὑμῶν LXX Le.l.c., τὴν ... μεγαλαυχίαν PLond.1927.34 (IV d.C.).
2 abs. sentirse asqueado διὰ τοῦτ' εὐθὺς ἐβδελύττετο Ar.Pl.700, cf. Hp.Mul.1.41, Iul.Or.7.210d.
II defecar Hsch. (pero quizá por βδέννυσθαι).

• Etimología: v. βδελυρός.

English (Abbott-Smith)

βδελύσσω (< βδέω, to stink), [in LXX chiefly for שׁקץ ,תּעב;]
in cl., mid. only (Attic, -ττομαι); to make foul; pass., Re 21:8; mid., to turn away in disgust from, to detest: Ro 2:22 (Cremer, 137).†

Greek Monolingual

(AM βδελύσσομαι, Α και βδελύσσω, -ττω, -ττομαι)
αισθάνομαι αηδία για κάποιον ή κάτι, σιχαίνομαι
αρχ.
1. (-σσω) καθιστώ κάτι σιχαμένο
2. (-ομαι) γίνομαι σιχαμένος, μισητός
3. (μτχ. παρακμ.) oἱ ἐβδελυγμένοι
σιχαμένοι, μολυσμένοι από την επαφή με είδωλα.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ενεστώτας σε ye / o με ουρανικό θέμα, παράλληλος τ. του βδελυρός.

Greek Monotonic

βδελύσσομαι: (βδέω), Αττ. -ττομαι, μέλ. -ύξομαι, Παθ. αόρ. αʹ ἐβδελύχθην·
I. 1. αισθάνομαι ναυτία, αποστροφή προς την τροφή, είμαι άρρωστος, σε Αριστοφ.
2. με αιτ., αισθάνομαι αποστροφή προς κάτι, απεχθάνομαι, στον ίδ.
II. Παθ., καθίσταμαι απεχθής· οἱ ἐβδελυγμένοι, οι απαίσιοι, οι αποτρόπαιοι, οι μολυσμένοι (σε σχέση με το βδέλυγμα), σε Καινή Διαθήκη

Russian (Dvoretsky)

βδελύσσομαι: атт. βδελύττομαι
1) (aor. ἐβδελύχθην) испытывать отвращение, тж. чувствовать тошноту: βδελυχθεὶς ἐξέπτυσα Arph. от отвращения я (с)плюнул; ἐβδελυγμένος NT отвратительный, гнусный;
2) ненавидеть (τινα Arph.; τὴν ὑπεροψίαν τινός Plut.);
3) страшиться, бояться (ταύτην ἡμέραν Arph.: τό σημεῖον Plut.).

Middle Liddell

βδέω
I. to feel nausea, to be sick, Ar.
2. c. acc. to feel a loathing at, to loath, Ar.
II. to be loathsome: οἱ ἐβδελυγμένοι the abominable (in ref. to βδέλυγμα), NTest.