βουλιάζω

From LSJ

Ὥσπερ αὐτοῦ τοῦ ἡλίου μὴ ὄντος καυστικοῦ, ἀλλ' οὔσης ζωτικῆς καὶ ζωοποιοῦ θέρμης ἐν αὐτῷ καὶ ἀπλήκτου, ὁ ἀὴρ παθητικῶς δέχεται τὸ ἀπ' αὐτοῦ ϕῶς καὶ καυστικῶς· οὕτως οὖν ἁρμονίας οὔσης ἐν αὐτοῖς τινὸς καὶ ἑτέρου εἴδους ϕωνῆς ἡμεῖς παθητικῶς ἀκούομεν → Just as although the Sun itself does not cause burning but has a heat in it that is life-giving, life-engendering, and mild, the air receives light from it by being affected and burned, so also although there is a certain harmony and a different kind of voice in them, we hear it by being affected.

Source

Greek Monolingual

και βουλώ
1. βυθίζω, καταποντίζω
2. βυθίζομαι, καταποντίζομαι
3. εξολοθρεύω, καταστρέφω
4. καταστρέφομαι οικονομικά ή ηθικά
5. (για περιοχή) υποχωρώ, κατακαθίζω.
[ΕΤΥΜΟΛ. Το βουλιάζω είτε προήλθε < βολίζωρίχνω τη βολίδα, εξετάζω το βάθος της θάλασσας», πρβλ. και μσν. βολίζομαι «βυθίζομαι») είτε αποτελεί μεταπλασμένο τ. < βουλώ. Με τη σειρά του το βουλώ < βολίζω (πρβλ. και βαστώ < βαστάζω, αρπώ < αρπάζω)].