Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

βύθιος

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: βῠθιος Medium diacritics: βύθιος Low diacritics: βύθιος Capitals: ΒΥΘΙΟΣ
Transliteration A: býthios Transliteration B: bythios Transliteration C: vythios Beta Code: bu/qios

English (LSJ)

α, ον, also ος, ον Gal.2.634:—

   A in the deep, sunken, Luc.DMar.3.1; κρηπῖδας β. πηξαμένη AP9.791 (Apollonid.); ἐκ β. ἰλύος from the mud of the deep, Hymn.Is.71.    II in or of the sea, τὰ β. (sc. ζῷα) water animals, AP6.182 (Alex. Magn.); β. Κρονίδης Poseidon, Luc.Epigr. 34; τέχνη fishery, Opp.H.3.15.    III metaph., deep, βύθιόν τι καὶ δεινὸν φθέγγεσθαι Plu.Crass.23; β. διάνοια Ph.1.194 (but ἕως ἂν λογισμὸς β. οἴχηται vanishes in the deep, ib.639, cf. Nonn.D.2.55); abysmal, Dam.Pr.106.

German (Pape)

[Seite 467] 1) was versenkt, in der Tiefe ist, κρηπῖδας βυθίας πήξασθαι Apollonid. 31 (IX, 791); βύθιον θεῖναι, versenken, Bian. 8 (IX, 308); vgl. Luc. D. mar. 1, 3; βύθιος ὑποδὺς εἰς θάλατταν Hermot. 71; vgl. δύτης βύθιος Poll. 1, 97; von tiefer Stimme Plut. Crass. 23; auch = gründlich, λογισμός Philo. – 2) die Meerestiefe, das Meer betreffend, Κρονίδης β. Poseidon, Luc. epigr. 34; ναυμαχία, Seeschlacht, Apollond. 16 (IX, 296); πτόλεμος Opp. C. 2, 62: τέχνη, Fischerhandwerk, Hal. 3, 15; τὰ βύθια, Meerthiere, Anth. VI, 182.

Greek (Liddell-Scott)

βύθιος: -α, -ον, ὡσάυτως ος, ον, Γαλην.· - ἐν τῷ βάθει, βεβυθισμένος, Λουκ. Ἐναλ. Δ. 1 3· κρηπῖδας βυθίας, πῆξα Ἀνθ. Π. 9. 791· ἐκ βυθίας ἰλύος, ἐκ τοῦ πηλοῦ τοῦ βυθοῦ, τοῦ πυθμένος, Ἐπιγράμμ. Ἑλλ. 1028. 71. ΙΙ. ἐν τῇ θαλάσσῃ ἢ ἐκ τῆς θαλάσσης, τὰ βύθια (ἐνν. ζῷα), ἔνυδρα ζῷα, Ἀνθ. Π. 6. 182· β. Κρονίδης, ὁ Ποσειδῶν, Λουκ. Ἐπιγράμμ. 34. ΙΙΙ. μεταφ., βαθύς, ἐκ βάθους, βύθιον φθέγγεσθαι Πλούτ. Κράσσ. 23· β. λογισμὸς Φίλων 1. 639.

French (Bailly abrégé)

α ou ος, ον :
qui est au fond, enfoncé, profond ; p. anal. βύθιον φθέγγεσθαι PLUT parler d’une voix profonde.
Étymologie: βυθός.

Spanish (DGE)

-α, -ον

• Prosodia: [-ῠ-]
I 1hondo, de o en el fondo, debajo del agua ἐκ βυθίας ... ἰλύος Hymn.Is.161 (Andros), κρηπῖδας βυθίας ... πηξαμένη (Citera) que en el fondo del mar echó los cimientos de un templo AP 9.791 (Apollonid.), β. ὑποδὺς καθάπερ οἱ λάροι καὶ ἐρῳδιοί Luc.DMar.3.1, β. Κρονίδης Crónida submarino, e.d., Posidón AP 6.164 (Luc.), cf. Orph.H.24.2, Nonn.Par.Eu.Io.4.15, 21.10, β. τέχνη arte del fondo del mar, pesca Opp.H.3.15
subst. τὰ β. animales acuáticos, AP 6.182 (Alex.Magn.).
2 fig. profundo φθέγγεσθαι βύθιόν τι καὶ δεινὸν Plu.Crass.23, διάνοια Ph.1.194, β. μὲν ὁ λογισμὸς οἴχεται el entendimiento llega hasta lo hondo Ph.1.639, cf. Nonn.D.2.55.
II subst. ὁ β. fosa Hsch.

Greek Monolingual

-α, -ο (AM βύθιος, -α, -ον, Α και βύθιος, -ον) βυθός
1. αυτός που βρίσκεται στον βυθό της θάλασσας
2. εκείνος που ζει στο βάθος της θάλασσας ή προέρχεται από κει
(αρχ. -μσν.) (το ουδ. ως επίρρ.) απ' το βάθος του στήθους, βαθιά («βύθιον οἰμώξας», «βύθιον φθέγγεσθαι»)
αρχ.
βαθύςβύθιος λογισμός»).

Greek Monotonic

βύθιος: -α, -ον,
I. αυτός που βρίσκεται στα βαθιά, βουλιαγμένος, βυθισμένος, σε Λουκ., Ανθ.
II. αυτός που βρίσκεται στη θάλασσα ή αυτός που ανήκει σ' αυτή· τὰ βύθια (ενν. ζῷα), τα υδρόβια ζώα, σε Ανθ.
III. μεταφ., λέγεται για τον ήχο, βαθύς, σε Πλούτ.

Russian (Dvoretsky)

βύθιος: (ῠ)
1) глубокий (β. ὑποδὺς εἰς θάλατταν Luc.): βύθιον πήξασθαι или θεῖναί τι Anth. глубоко опускать что-л.;
2) глубинный, морской (sc. ζῷα Anth.): Κρονίδης β. Luc. = Ποσειδῶν;
3) (о голосе) низкий, грубый (βύθιόν τι φθέγγεσθαι Plut.).

Middle Liddell


I. in the deep, sunken, Luc., Anth.
II. in or of the sea, τὰ βύθια (sc. ζῷα), water-animals, Anth.
III. metaph. of sound, deep, Plut.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

βύθιος -α -ον en -ος -ον βυθός diep; pred..; βύθιος ὑποδὺς εἰς τὴν θάλατταν na diep de zee in te duiken Luc. 70.71; van geluid diep, laag.